Απομιμήσεις γαρίδας ή σουρίμι, προσθήκη χρωστικών στον τόνο για να μοιάζει πιο φρέσκος, παραπλανητικοί ισχυρισμοί βιωσιμότητας και φθηνότερα ψάρια που πωλούνται ”χρυσά”. Αυτές είναι μόλις μερικές από τις περιπτώσεις, που χαρακτηρίζουν τη διατροφική απάτη, που συντελείται στον τομέα των θαλασσινών.

Σύμφωνα με τη νέα έκθεση του FAO, πολύ συχνά τα θαλασσινά που φτάνουν στο πιάτο μας, δεν είναι αυτά που υπόσχεται η ετικέτα ή το μενού, ενώ εμπειρικές μελέτες, που επικαλείται ο Οργανισμός, υποδεικνύουν ότι έως και το 20% του εμπορίου θαλασσινών, μπορεί να υπόκειται σε κάποια μορφή απάτης. Εν ολίγοις, 1 στα 5 ψάρια που φτάνουν στα πιάτα τον καταναλωτών, ενδέχεται να είναι…μαϊμού.

Η έκθεση ορίζει την απάτη, ως μια σκόπιμη πρακτική που αποσκοπεί στην εξαπάτηση άλλων, ενώ τονίζει, ότι ανάλογα με το είδος της εξαπάτησης, μπορεί να απειλήσει τη βιοποικιλότητα, τη δημόσια υγεία και την οικονομική λειτουργία των αγορών.

Εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, στη διατροφική απάτη στον τομέα των θαλασσινών, εμπίπτουν και η εκτροπή νόμιμων προϊόντων σε αγορές, για τις οποίες δεν προορίζονται, η εσφαλμένη επωνυμία, η παραποίηση στοιχείων προέλευσης και ημερομηνιών, αλλά και η κλοπή.

Γιατί είναι δύσκολο να ανιχνευτούν τα ψάρια-μαϊμού και ποιοι κίνδυνοι καραδοκούν

Όπως προαναφέρθηκε, το στατιστικό που μιλάει για απάτη κοντά στο 20%, βασίζεται σε εμπειρικές μελέτες. Ο FAO βέβαια τονίζει, ότι δεν υπάρχει επίσημη παγκόσμια εκτίμηση για το μέγεθος της απάτης στον κλάδο των θαλασσινών, των περίπου 195 δισ. δολαρίων.

Η παγκόσμια κλίμακα κατανάλωσης ψαριών, η στόχευση σε περισσότερα από 12.000 είδη θαλασσινών, η ποικιλία πρακτικών απάτης και η απουσία τυποποιημένων νομικών ορισμών, είναι μερικοί από τους λόγουςπου δυσκολεύουν τον υπολογισμό του μεγέθους της απάτης.

Βέβαια, υπάρχει ένα οπλοστάσιο αναλυτικών τεχνικών: από ενζυμικές ανοσοδοκιμασίες (ELISA), έως ανάλυση σταθερών ισοτόπων και πυρηνικό μαγνητικό συντονισμό (NMR), με στόχο την ταυτοποίηση είδους, προέλευσης ή επεξεργασίας. Αν και δεν είναι όλες οι τεχνολογίες διαθέσιμες παντού, η εξέλιξη φορητών εργαλείων (όπως μοντέλα φθορισμού ακτίνων Χ), δημιουργούν προϋποθέσεις για συχνότερους και πιο στοχευμένους ελέγχους.

Οι κίνδυνοι για την ανθρώπινη ευημερία είναι άμεσοι σε περιπτώσεις, όπου ένα προϊόν καταναλώνεται ωμό ενώ δεν είναι κατάλληλα, ή πρακτικές όπως η επανακατάψυξη αυξάνουν την πιθανότητα αύξησης βακτηρίων. Ωστόσο ο FAO υπογραμμίζει ότι το πιο ισχυρό κίνητρο είναι συχνά οικονομικό: η αναβάθμιση ενός προϊόντος μέσω λανθασμένης ταυτότητας ή προέλευσης, μπορεί να αποφέρει σημαντικό κέρδος ανά κιλό.

Το ενδεχόμενο απάτης στο ευρωπαϊκό λαβράκι και στην τσιπούρα

Μελέτες δείχνουν, ότι οι καταναλωτές, υπό τον φόβο της απάτης, είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερα για να πάρουν ποιοτικό ψάρι.

Ακολουθεί παράδειγμα, για το πώς επιτήδειοι εκμεταλλεύονται αυτή τη συνθήκη στο λαβράκι και την τσιπούρα: εκτρεφόμενα ψάρια — που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα της αγοράς και έχουν χαμηλότερη τιμή — παρουσιάζονται ως άγρια ή ως προϊόντα διαφορετικής προέλευσης με υψηλότερη αξία.

Στην πράξη, το ευρωπαϊκό λαβράκι που εκτρέφεται σε διαφορετικές χώρες μπορεί να πωλείται σε πολύ διαφορετικές τιμές, γεγονός που δημιουργεί κίνητρο να δηλωθεί ψευδώς η προέλευση ή ο τρόπος παραγωγής τουώστε να πωληθεί ακριβότερα και να αποφέρει μεγαλύτερο κέρδος.

Οι προμήθειες άγριου ευρωπαϊκού λαβρακιού είναι περιορισμένες και αντιπροσωπεύουν μόλις το 2% της συνολικής εμπορίας, ενώ το υπόλοιπο 98% προέρχεται από υδατοκαλλιέργεια.

Ο FAO δίνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα στην έκθεση: τον Δεκέμβριο του 2024, εισαγόμενο εκτρεφόμενο λαβράκι βάρους 400 έως 600 γραμμαρίων από την Ελλάδα και την Τουρκία πωλούνταν στη χονδρική αγορά της Ρώμης προς 6,80 ευρώ το κιλό και 4,20 ευρώ το κιλό αντίστοιχα.

Συγκριτικά, τα ιταλικά εκτρεφόμενα ψάρια του ίδιου μεγέθους είχαν μέση τιμή 12,50 ευρώ το κιλό, σχεδόν διπλάσια από εκείνη των ελληνικών ψαριών και τριπλάσια από εκείνη των τουρκικών.

Η μάστιγα με τις γαρίδες

Η γαρίδα είναι μία από τις πιο δημοφιλείς επιλογές θαλασσινών παγκοσμίως. «Στις ΗΠΑ καταναλώνουμε πάνω από ένα δισεκατομμύριο λίβρες γαρίδας τον χρόνο», ανέφερε πρόσφατα στην The Guardian η Κίμπερλι Γουόρνερ, ανώτερη επιστήμονας της Oceana.

Οι παραγωγοί, όμως, συχνά παραποιούν την επισήμανση ή την παρουσίαση των προϊόντων γαρίδας, προκειμένου να εξαπατήσουν τους αγοραστές ως προς το είδος, την προέλευση ή τη βιωσιμότητά τους.

Η απάτη στη γαρίδα παίρνει διάφορες μορφές. Μία από τις πιο συνηθισμένες είναι η υποκατάσταση είδους, όπου γαρίδες χαμηλότερης ποιότητας ή φθηνότερες πωλούνται ως ακριβότερες ποικιλίες. Άλλοι παραγωγοί δηλώνουν ψευδώς την προέλευση για να «καλύψουν» γαρίδες που έχουν αλιευθεί με μη βιώσιμο τρόπο. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις παραπλανητικών ισχυρισμών βιωσιμότητας, ώστε τα προϊόντα να γίνονται πιο ελκυστικά σε καταναλωτές που αναζητούν πιο «πράσινες» επιλογές.

Στις ΗΠΑ, η απάτη με τις γαρίδες έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις. Μέσα στο 2025, εστιατόρια σε αρκετές πολιτείες σέρβιραν γαρίδες εισαγωγής, παρουσιάζοντας τες ως φρέσκιες, που αλιεύτηκαν στον Κόλπο του Μεξικού. Δείγματα σε εστιατόρια εξετάστηκαν από την SeaD Consulting, εταιρεία τεχνολογίας ασφάλειας τροφίμων.

Οι περιοχές με το υψηλότερο «ποσοστό απάτης στη γαρίδα» ήταν το Τάμπα Μπέι και η Αγία Πετρούπολη στη Φλόριντα, με ποσοστό 96%, σύμφωνα με τη SeaD Consulting. Από τα 44 εστιατόρια που εξετάστηκαν, μόνο δύο σέρβιραν αυθεντικές γαρίδες από τον Κόλπο του Μεξικού.

Σολομός Νορβηγίας πουλήθηκε στην Aldi ως σκωτσέζικος

Άλλο ένα θαλασσινό, με πολλαπλά περιστατικά απάτης είναι ο σολομός. Στις 6 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με το BBC, τέσσερα άτομα εμφανίστηκαν στο δικαστήριο κατηγορούμενα για απάτη, καθώς φέρεται να πούλησαν σολομό στην πασίγνωστη αλυσίδα σούπερ μάρκετ, Aldi, με παραπλανητική επισήμανση.

Ο Τσαρλς Άντριου, ο Αλεξάντερ Ίρβιν, ο Άλεξ ΜακΜόραν και η Ντάνα Τίμσα κατηγορούνται ότι περιέγραφαν τα προϊόντα σολομού, που προμήθευαν στην αλυσίδα σούπερ μάρκετ ως πιστοποιημένα από την RSPCA και σκωτσέζικης προέλευσης, ενώ στην πραγματικότητα προέρχονταν από τη Νορβηγία.

Οι τέσσερις εργάζονταν για την Bleiker’s Smokehouse, με έδρα τη βιομηχανική περιοχή Leeming Bar κοντά στο Northallerton του North Yorkshire, όταν φέρεται να διαπράχθηκαν τα αδικήματα το 2021 και το 2022.