Η οδηγία του Μαξίμου στα κυβερνητικά και στα κομματικά στελέχη καθ’ οδόν προς την εθνική αναμέτρηση έχει σταλεί εδώ και καιρό: δεν υπάρχουν «δύο γύροι» στις εθνικές εκλογές, η κάλπη «θα είναι μία και άδεια», ο στόχος διεκδίκησης της αυτοδυναμίας «παραμένει εφικτός».
Από την άλλη, το Σύνταγμα είναι σαφές, σύμφωνα με την πρόσφατη αποστροφή του Κυριάκου Μητσοτάκη, «και εάν δεν υπάρχει πλειοψηφία, το πρώτο κόμμα οφείλει να διερευνήσει τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης». Είναι κυρίως η οριζόντια φθορά της κυβέρνησης και η προς το παρόν σοβαρή απόκλισή της, δημοσκοπικά, από μια τροχιά διεκδίκησης της αυτοδυναμίας σε ένα περιβάλλον κρίσης εμπιστοσύνης που ανοίγει χώρο στον «αντισυστημισμό» αυτά που δεν επιτρέπουν άλλα, «μεγάλα», λόγια στην πρωθυπουργική ρητορική.
Η στρατηγική της μίας κάλπης με τον οποία κινείται δημόσια ο Μητσοτάκης – το ίδιο κάνει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Νίκος Ανδρουλάκης – έχει συγκεκριμένη εξήγηση: όταν βασικός στόχος της κυβερνητικής παράταξης είναι η επανασυσπείρωση ψηφοφόρων του 2023 και όταν στόχος του ΠΑΣΟΚ είναι το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα στην επικείμενη καταγραφή δυνάμεων, κανείς δεν θέλει να αφήσει να αιωρείται η προοπτική για διπλές ή τριπλές κάλπες. Διότι κάτι τέτοιο απειλεί με την παρενέργεια της χαλαρής αντιμετώπισης της αναμέτρησης από το εκλογικό σώμα.
Αν υπάρχει το «3» μπροστά στο ποσοστό
Οσον αφορά στην επίδοση της ΝΔ, είναι κομβικής σημασίας να κλειδώσει το «3» μπροστά στο πανελλαδικό ποσοστό. Δεν πρόκειται μόνο για ψυχολογικό όριο, υπό την έννοια ότι οποιοδήποτε αποτέλεσμα 30%+, θεωρητικά, θα μείωνε τις πιθανότητες για εσωτερικές, δύσκολες συζητήσεις για την πορεία και τις δυνατότητες του κόμματος. Αντιμετωπίζεται και ως ουσιαστικό όριο, υπό την έννοια πάνω σε αυτό θα προσπαθήσει ο Μητσοτάκης να χτίσει «επιχείρημα» προσφυγής σε νέα αναμέτρηση. Οτιδήποτε με το «2» μπροστά – ακόμα και ποσοστό 29% – θα δυσκόλευε αυτή την επιχειρηματολογία, όπως παραδέχονται οι γαλάζιοι, και θα φαινόταν ως αλαζονική στάση.
Αν υπάρχει το «8+» στην ψαλίδα
Το γαλάζιο ποσοστό από μόνο του δεν αρκεί. Υπάρχει ακόμα ένας καθοριστικός αριθμός: το εύρος της ψαλίδας της ΝΔ από τον δεύτερο – με το ποιος θα είναι ο δεύτερος να παίζει τον δικό του ρόλο, κάτι για το οποίο ανησυχεί περισσότερο προς το παρόν η αντιπολίτευση, ιδίως το ΠΑΣΟΚ, που στοχεύει να σπάσει την πρωτοκαθεδρία της κυβερνητικής παράταξης εν αναμονή των κυοφορούμενων κομμάτων του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού. «Δεν είναι το ίδιο να απέχεις από τον επόμενο πέντε μονάδες και να τον αφήνεις δεύτερο με 8 ή 10 και περισσότερες μονάδες» λέει κυβερνητικός παράγοντας.
Κομματικά στελέχη συμφωνούν ότι οποιαδήποτε διαφορά 8+ μονάδων από τον επόμενο και με δεδομένο ότι κόμματα της αντιπολίτευσης θα επιχειρήσουν να εκφράσουν τον «αντισυστημισμό», προσπαθώντας να φέρουν στην κάλπη ψηφοφόρους που έχουν στραμμένη την πλάτη στο πολιτικό σύστημα, θα επέτρεπε στη ΝΔ να απευθυνθεί στο άλλοτε «μέτωπο λογικής», ζητώντας την κινητοποίησή τους σε μια δεύτερη αναμέτρηση χάριν «σταθερότητας σε ένα ασταθές περιβάλλον».
Αν δεν έχεις έρθει πρώτος, λένε καμιά φορά στους αγώνες, δεν έχει σημασία τι θέση πήρες – η πρωτιά είναι αυτή που ξεχωρίζει τον νικητή από τον ηττημένο. Κι όμως, στην περίπτωση της ελληνικής αντιπολιτευτικής σκηνής, η οποία βρίσκεται ακόμα υπό την επήρεια ενός δικομματισμού «ενάμισι κόμματος» (τουλάχιστον στις δημοσκοπήσεις) δεν μετρά μόνο ποιος θα έρθει πρώτος. Μετράει ο δεύτερος, μετράει ο τρίτος, μετράει και ο τέταρτος – γιατί αυτή η σειρά αναμένεται να διαμορφώσει και την επόμενη ημέρα (τουλάχιστον) στον προοδευτικό χώρο.
Η σειρά εκλογής που θα διαμορφώσει τον προοδευτικό χώρο
Για το ΠΑΣΟΚ, το οποίο βρίσκεται σε μια μάχη επαναφοράς στη μεταπολιτευτική του θέση ως βασικός προοδευτικός πόλος απέναντι στη ΝΔ, η δεύτερη θέση είναι το μίνιμουμ για να μπορεί να πει πως συνεχίζει επιτυχώς την προσπάθεια. Αυτή τη στιγμή, το γεγονός ότι έχει τη δεύτερη μεγαλύτερη Κοινοβουλευτική Ομάδα στην Ολομέλεια μοιάζει με μισό βήμα, καθώς αυτό συνέβη μόνο και μόνο γιατί η δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ μειώθηκε λόγω συνεχών διασπάσεων, που άλλαξαν τον αριθμό των βουλευτών του. Δεν προέκυψε στην κάλπη και γι’ αυτό ο τίτλος της αξιωματικής αντιπολίτευσης λειτουργεί και ως σκιά για τη Χαριλάου Τρικούπη, ως μια διαρκής υπενθύμιση πως αν δεν πετύχει ο στόχος «πρώτο κόμμα έστω και με μία ψήφο», το κόμμα πρέπει απαραιτήτως να είναι δεύτερο, αλλιώς όλο το αφήγημά του καταρρέει.
Πίεση για μετεκλογική συνεργασία
Δεν είναι μόνο θέμα επικοινωνίας, αλλά και στρατηγικής. Εκτιμάται πως η πίεση που θα ασκηθεί από τη ΝΔ θα είναι απείρως μεγαλύτερη για μια πιθανή μετεκλογική συνεργασία. Είναι, εξηγούν έμπειρα στελέχη, άλλο για το ΠΑΣΟΚ να λέει «όχι» αρνούμενο να παραδώσει την αξιωματική αντιπολίτευση σε μια άλλη πολιτική δύναμη (ειδικά αν η δύναμη αυτή έχει στοιχεία ακρότητας ή υπερσυντηρητική οσμή) και άλλο να αρνείται προσκλητήρια για σταθερότητα (που αναπόφευκτα θα προκύψουν εκ μέρους της ΝΔ, αν δεν πετύχει την αυτοδυναμία) χωρίς να έχει τη σφραγίδα του αντίπαλου δέους.
Οτιδήποτε πέρα από τη δεύτερη θέση, δε, ενδεχομένως να αρχίσει και νέο κύκλο εσωκομματικών διαδικασιών στο ΠΑΣΟΚ – άρα ο στόχος γίνεται ακόμα πιο επιτακτικός για τη σημερινή ηγεσία του κόμματος.
Η παράδοξη κόντρα δύο κομμάτων
Για την κυριαρχία στο αντιπολιτευόμενο, προοδευτικό τόξο φαίνεται πως μπαίνει στο παιχνίδι των επόμενων εκλογών και ο Αλέξης Τσίπρας, δημιουργώντας το εξής παράδοξο: δύο κόμματα που αντιμάχονται την κυβέρνηση, παρόμοιας ιδεολογικής τοποθέτησης, να έχουν πρώτο και κύριο αντίπαλο το ένα το άλλο.
Ο στόχος που δεν κρύβει ο πρώην πρωθυπουργός είναι πως η δημιουργία του νέου κόμματος βασίζεται στην προοπτική της εξουσίας – από τα Γιάννενα, ο Τσίπρας έκανε λόγο για μια προοδευτική πλειοψηφία, της οποίας όμως θα μπορούσε ο ίδιος να ηγηθεί μόνο αν το κόμμα του είναι το μεγαλύτερο.
Σε αυτή την κόντρα βασικός του αντίπαλος είναι το ΠΑΣΟΚ, όμως ίσως ο μεγαλύτερός του εφιάλτης είναι το υπό ίδρυση κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού.
«Kίνημα» στην υπερσυντηρητική πλευρά
Η Καρυστιανού, παρότι θεωρεί ότι δεν μιλάει ιδεολογικά, έχει αρχίσει να τοποθετείται στην υπερσυντηρητική πλευρά του φάσματος λόγω των θέσεών της για τις αμβλώσεις, τις «εισβολές» των μεταναστών και την απαίτηση οι πολίτες να αποφασίσουν αν ο Πρωθυπουργός μπορεί να συναντήσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Εχει δηλώσει πως ο δρόμος για την πτώση της κυβέρνησης περνάει μέσα από το «κίνημα» που ετοιμάζει, θεωρεί πως οι δημοσκοπήσεις υποεκτιμούν τη δυναμική της και ξεκαθαρίζει σε όλους τους τόνους πως δεν θα συνεργαστεί με κανέναν. Αν μείνει στη ζώνη του 10%, συναντάει εκεί άλλους δύο διεκδικητές των ίδιων ψηφοφόρων – την Πλεύση Ελευθερίας, που ανεβοκατεβαίνει μήνα τον μήνα, και την Ελληνική Λύση, που ήδη έχει βιώσει το πλήγμα των δηλώσεων Καρυστιανού, αλλά συγκρατεί όσο μπορεί τις δυνάμεις της.
Οποιο από αυτά τα τρία κόμματα διαμαρτυρίας είναι πιο κοντά στη δεύτερη θέση, τόσο πιο πολύ θα συσπειρώσει ένα ακροατήριο που συνδέεται με αντισυστημικά συνθήματα. Και σε περίπτωση τρομερών ανατροπών, όσο περισσότερες από αυτές τις πολιτικές δυνάμεις περάσουν τον Τσίπρα και, κυρίως, το ΠΑΣΟΚ, τότε θα μπορούν να διατείνονται πως «οι βάσεις του μεταπολιτευτικού συστήματος τρίζουν». Αν η εκλογική σειρά δεν είναι αυτή που ελπίζουν, από την άλλη, τότε και οι ψηφοφόροι θα έχουν δείξει πως δεν είναι έτοιμοι για ένα νέο 2012.











