Το Ανώτατο Δικαστήριο, με τη στήριξη ακόμη και δύο δικαστών που είχαν διοριστεί από τον Ντόναλντ Τραμπ, έκρινε παράνομους τους βασικούς παγκόσμιους δασμούς που είχε επιβάλει ο πρόεδρος, περιορίζοντας σημαντικά τις εξουσίες του στον τομέα της εμπορικής πολιτικής. Η απόφαση θεωρείται από πολλούς η σημαντικότερη δικαστική ανατροπή της δεύτερης θητείας του.
Ο Τραμπ αντέδρασε άμεσα, ανακοινώνοντας ότι θα προχωρήσει σε επιβολή παγκόσμιων δασμών 10%, τους οποίους στη συνέχεια αύξησε στο 15%, επικαλούμενος το Άρθρο 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974. Υποστήριξε μάλιστα ότι η απόφαση του Δικαστηρίου καθιστά τις αρμοδιότητές του «ισχυρότερες», κάτι που ωστόσο δεν επιβεβαιώνεται από τη νομική ανάλυση της απόφασης.
Το συγκεκριμένο άρθρο περιορίζει τους δασμούς στο 15% και για διάστημα 150 ημερών, εκτός εάν το Κογκρέσο αποφασίσει την παράτασή τους. Επιπλέον, απαιτείται η ύπαρξη προβλήματος στο ισοζύγιο πληρωμών. Άλλες διαθέσιμες νομικές οδοί προϋποθέτουν χρονοβόρες διαδικασίες και ειδικές διαπιστώσεις από αρμόδιες υπηρεσίες, γεγονός που μειώνει την ευελιξία της εκτελεστικής εξουσίας.
Πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις
Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική οικονομία εμφανίζει επιβράδυνση. Το Γραφείο Οικονομικής Ανάλυσης ανακοίνωσε ότι το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μόλις 1,4% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο, καθιστώντας το 2025 τη δεύτερη χειρότερη χρονιά ανάπτυξης από το 2016. Η απασχόληση παρουσίασε επίσης αδύναμες επιδόσεις, ενώ ο πληθωρισμός παραμένει επίμονος.
Οι δασμοί είχαν προκαλέσει πολιτικό κόστος στον πρόεδρο. Σύμφωνα με δημοσκοπικά στοιχεία, η καθαρή έγκρισή του για την οικονομία υποχώρησε από +6 σε -12 μονάδες μετά την ανακοίνωση των παγκόσμιων δασμών στις 2 Απριλίου. Δημοσκόπηση του CNN έδειξε ότι το 62% των Αμερικανών αποδοκιμάζει την πολιτική του στους δασμούς, ποσοστό που περιλαμβάνει και το 25% των ψηφοφόρων με ρεπουμπλικανική κλίση.
Η απόφαση του Δικαστηρίου ενδέχεται να ενθαρρύνει Ρεπουμπλικανούς βουλευτές που αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό την πολιτική των δασμών, ιδίως ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Αντιδράσεις από Γερμανία και Ευρωπαϊκή Ένωση
Στη Γερμανία, κυβερνητικοί και επιχειρηματικοί παράγοντες εκτιμούν ότι η απόφαση του Δικαστηρίου δεν αίρει την αβεβαιότητα. Ο υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλινγκμπάιλ δήλωσε στη Frankfurter Allgemeine Zeitung ότι, παρά την ακύρωση των «ανταποδοτικών» δασμών, παραμένουν σε ισχύ δασμοί που αφορούν συγκεκριμένους κλάδους, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και ο χάλυβας, τονίζοντας ότι «παραμένει μεγάλη αβεβαιότητα».
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν και επιχειρηματικοί φορείς, προειδοποιώντας ότι η εμπορική αναταραχή δεν εξαφανίζεται, αλλά μεταβάλλεται το νομικό της πλαίσιο, με πιθανές συνέπειες και για τις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Παρίσι: Στο τραπέζι τα αντίμετρα
Μιλώντας στην εφημερίδα Financial Times, ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών, Μπρουνό Φορισιέρ, τάχθηκε υπέρ της επιβολής αντίμετρων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως δήλωσε, η Γαλλία και οι εταίροι της στην Ένωση αναλύουν σε αυτό το στάδιο τις επιπτώσεις της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, το οποίο έκρινε παράνομους τους «ανταποδοτικούς» δασμούς, θεωρώντας ότι ο πρόεδρος υπερέβη τις εξουσίες του.
«Είμαστε σε στενή επαφή με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις χώρες μέλη, ώστε να προχωρήσουμε στην ανάλυση της απόφασης και να εκτιμήσουμε τις συνέπειες», ανέφερε ο Φορισιέρ.
Η στάση του Παρισιού ενισχύει τα σενάρια για πιο συντονισμένη ευρωπαϊκή αντίδραση, εφόσον οι νέοι δασμοί 15% τεθούν σε πλήρη εφαρμογή.











