Πειραιάς, 13 Απριλίου 1892
Στα τέλη του 19ου αιώνα, στον Πειραιά υψώνονταν οι καμινάδες μιας από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της εποχής:
Το υφαντουργείο των αδελφών Ρετσίνα. Η επιχείρηση είχε ξεκινήσει το 1871 στη Λεύκα του Πειραιά και μέσα σε λίγα χρόνια εξελίχθηκε σε μια τεράστια βιομηχανία.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 οι αδελφοί Ρετσίνα είχαν ήδη πέντε εργοστάσια και περίπου 2.000 εργάτες και εργάτριες, αποτελώντας τη μεγαλύτερη κλωστοϋφαντουργία της Ελλάδας και μία από τις σημαντικότερες στα Βαλκάνια.
Μέσα στα εργοστάσια αυτά δούλευαν κυρίως φτωχές γυναίκες και παιδιά. Πολλά κορίτσια ξεκινούσαν δουλειά από οκτώ ή δέκα ετών, δουλεύοντας 10 έως 14 ώρες την ημέρα για μισθούς πείνας.
Οι γυναίκες πληρώνονταν συχνά το μισό ή και το ένα τρίτο από το μεροκάματο των ανδρών, ενώ ολόκληρες οικογένειες ζούσαν από αυτά τα λίγα χρήματα.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, την άνοιξη του 1892 η διεύθυνση του εργοστασίου ανακοίνωσε μια νέα απόφαση:
Ο μισθός των εργατριών θα μειωνόταν.
Για κάθε τόπι υφάσματος που ύφαιναν, θα πληρώνονταν πλέον 65 λεπτά αντί για 80.
Το πρωί της 13ης Απριλίου 1892, περίπου 50–60 εργάτριες πήραν μια απόφαση που για την εποχή ήταν τολμηρή.
Αρνήθηκαν να μπουν στο εργοστάσιο.
Συγκεντρώθηκαν όλες μαζί κοντά στη Λάκκα Βάβουλα, στην είσοδο του Πειραιά, και αποφάσισαν να κάνουν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει στην Ελλάδα:
Να απεργήσουν.
Δεν ήταν οργανωμένες σε σωματεία.
Δεν είχαν πίσω τους κάποιο κίνημα.
Ήταν απλώς γυναίκες που δούλευαν ατελείωτες ώρες για να επιβιώσουν.
Κι όμως, εκείνη τη μέρα πήγαν όλες μαζί στη διεύθυνση του εργοστασίου και ζήτησαν να ακυρωθεί η μείωση του μεροκάματου.
Ήταν μια μικρή πράξη αντίστασης αλλά ιστορική.
Οι εφημερίδες της εποχής έγραψαν ότι οι φτωχές εργάτριες «εργάζονται όλη την ημέρα για να κερδίσουν τον επιούσιο άρτο, ενώ οι εργοστασιάρχες πλουτίζουν από τον ιδρώτα τους».
Έτσι καταγράφηκε η πρώτη απεργία γυναικών στην Ελλάδα.
Ίσως να μην άλλαξε αμέσως τις συνθήκες εργασίας.
Αλλά άφησε κάτι πολύ σημαντικό:
Την απόδειξη ότι ακόμη και οι φαινομενικά πιο αδύναμοι άνθρωποι,
όταν υψώνουν μαζί τη φωνή τους,
μπορούν να γράψουν ιστορία.











