Μέτρα σε δόσεις ανάλογα με την ένταση της σύγκρουσης – Στο τραπέζι η εργαλειοθήκη του 2022 για ηλεκτρισμό και καύσιμα

Facebook
Twitter
reyma-kaysima

Σε μια περίοδο αυξημένης νευρικότητας στις ενεργειακές αγορές, με το φυσικό αέριο να επανέρχεται δυναμικά στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης, η βασική γραμμή όπως αποτυπώνεται στις συζητήσεις κυβερνητικών παραγόντων κινείται σε τρεις άξονες:

πρώτον, ότι η σημερινή αναταραχή είναι υπαρκτή αλλά προς το παρόν διαχειρίσιμη· δεύτερον, ότι η συγκυρία διαφέρει ουσιωδώς από την κρίση του 2022, όταν ολόκληρη η Ευρώπη φοβόταν πραγματική έλλειψη φυσικού αερίου· και τρίτον, ότι οι λύσεις που θα αναζητηθούν πλέον σε επίπεδο ηγετών στην επικείμενη Σύνοδο Κορυφής στις 19 Μαρτίου δεν θα αφορούν μόνο μέτρα έκτακτης ανάγκης, αλλά θα συνδέονται με τη συνολική αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας, το Σύστημα Εμπορίας Ρύπων (ETS), τα πακέτο για τα δίκτυα και τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις.

Γιατί η αγορά δεν είναι σε σοκ

Το κεντρικό μήνυμα είναι ότι, παρά το απότομο ανοδικό ξέσπασμα στις τιμές του φυσικού αερίου, δεν διαμορφώνονται αυτή τη στιγμή συνθήκες ακραίου ανταγωνισμού για φορτία LNG ούτε εικόνα πανικού από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Η εκτίμηση που παρουσιάστηκε είναι ότι σε επίπεδα 50 έως 60 ευρώ/MWh στο TTF , η αγορά δυσκολεύεται να στηρίξει μόνιμα τόσο υψηλές τιμές. Με απλά λόγια, η θέση που διατυπώνεται είναι ότι το διεθνές σύστημα κατανάλωσης δεν απορροφά αδιαμαρτύρητα φυσικό αέριο σε αυτές τις τιμές: κάπου ενεργοποιούνται υποκαταστάσεις, περιορισμός κατανάλωσης ή στροφή σε άλλες πηγές ενέργειας.

Στο ίδιο πνεύμα, αποδομείται ως υπερβολικό το αφήγημα περί άγριου διαγκωνισμού Ευρώπης και Ασίας για τα διαθέσιμα φορτία. Η παραδοχή είναι ότι υπάρχει ανταγωνισμός, αλλά όχι στο επίπεδο εκείνο που να παραπέμπει σε κατάσταση γενικευμένου συναγερμού. Κατά την κυβερνητική ανάγνωση, αν πράγματι η Ευρώπη φοβόταν νέο σενάριο επάρκειας όπως το 2022, θα είχε ήδη εμφανιστεί επιθετικά στην αγορά, με κράτη και εταιρείες να αγοράζουν «όσο όσο» για να κλειδώσουν ποσότητες και να γεμίσουν τις αποθήκες. Αυτό, σύμφωνα με όσα αναφέρουν καλή ενημερωμένες πηγές δεν συμβαίνει ακόμη.

Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με το 2022

Αυτή η αποσύνδεση από το «ψυχολογικό κλίμα» του 2022 είναι ίσως και η σημαντικότερη πολιτική παρατήρηση της εξέλιξης του πολέμου. Τότε, η μεγάλη ευρωπαϊκή αγωνία δεν ήταν μόνο το κόστος αλλά και η διαθεσιμότητα του καυσίμου λένε κυβερνητικά στελέχη. Μεγάλες οικονομίες, με πρώτη τη Γερμανία, φοβούνταν ότι αν χαθεί ο ρωσικός όγκος αερίου δεν θα υπάρχει άμεση εναλλακτική. Γι’ αυτό και μπήκαν στο τραπέζι ακραία εργαλεία: υποχρεωτικοί στόχοι αποθήκευσης, έκτακτες παρεμβάσεις στη ζήτηση, μηχανισμοί ανάκτησης υπερεσόδων, πλαφόν στο φυσικό αέριο (το οποίο επανέφερε χθες στην συζήτηση η Πρόεδρος της ΕΕ Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν) και επιδοτήσεις. Σήμερα, η εικόνα που θέλει να περάσει η κυβέρνηση είναι διαφορετική: η αγορά είναι σφιχτή, αλλά δεν υπάρχει ο ίδιος φόβος ενεργειακής ανεπάρκειας. Άρα και η εργαλειοθήκη του 2022 δεν μπορεί να μεταφερθεί μηχανικά στο 2026. Υπάρχουν μέτρα που μπορούν να ανασυρθούν από την της προηγούμενη ενεργειακή κρίση σε περίοδο έκτακτων συνθηκών και άλλα που η “γνώση” και η ωριμότητα αποσύρουν από το κάδρο χωρίς να κατονομάζονται πλην του λιγνίτη.

Ο ρόλος του καυσίμου στο σημερινό σύστημα

Η λιγνιτική μονάδα της Πτολεμαΐδας 5 λειτουργεί σήμερα σε πολύ χαμηλά επίπεδα παραγωγής, καθώς τους πρώτους δύο μήνες του έτους δούλεψε στο 12% της εγκατεστημένης δυναμικότητάς της. Η μονάδα ενεργοποιείται κυρίως σε περιόδους υψηλών τιμών στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, όταν αυτές ξεπερνούν τα 125 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Το υψηλό κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂ καθιστά τον λιγνίτη ακριβή επιλογή στο ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα. Παρά τις συζητήσεις που έγιναν το 2022 για ενίσχυση της λιγνιτικής παραγωγής, στην πράξη η παραγωγή αυξήθηκε περιορισμένα.

Ένας βασικός λόγος κατά τις πηγές του υπουργείου είναι ότι οι λιγνιτικές μονάδες συνδέονται άμεσα με τα ορυχεία εξόρυξης. Η παραγωγή δεν μπορεί να αυξομειώνεται γρήγορα, καθώς η εξόρυξη και η διαχείριση του λιγνίτη απαιτούν χρόνο και συνεχή λειτουργία. Για τον λόγο αυτό ο λιγνίτης δεν θεωρείται εργαλείο άμεσης προσαρμογής στις διακυμάνσεις της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Παρότι σε περιόδους ενεργειακής κρίσης τίθεται συχνά το ζήτημα αξιοποίησης εγχώριων καυσίμων για λόγους ενεργειακής ασφάλειας, η επιστροφή στον λιγνίτη δεν αποτελεί σήμερα βασική κατεύθυνση του μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού. Γι’ αυτό και από την εξίσωση του ενεργειακού σχεδιασμού βγαίνει εντελώς η λιγνιτική παραγωγή για την κυβέρνηση με πυξίδα το κλείσιμο της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2026 και στην συνέχεια την μετατροπή της σε μονάδα φυσικού αερίου.

Όπως μάλιστα υπογραμμίζουν κυβερνητικές πηγές, σήμερα το εγχώριο καύσιμο είναι ο ήλιος και ο άνεμος με τη διαφορά ότι οι ΑΠΕ δεν έχουν τη σταθερότητα που απαιτείται καθώς δεν αποτελούν μονάδες βάσης και η παραγωγή τους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις καιρικές συνθήκες.

Σύμφωνα μάλιστα με πληροφορίες το θέμα της λιγνιτικής παραγωγής τέθηκε και στην πρόσφατη έκτακτη σύσκεψη για τα μέτρα της ενεργειακής κρίσης που έγινε στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο ΑΔΜΗΕ ζήτησε παράταση στο χρόνο λειτουργίας της Πτολεμαίδας 5 ως το τέλος του 2027 κάτι το οποίο αρνήθηκε κατηγορηματικά η ΔΕΗ.

Οι τιμές ηλεκτρισμού στην Ευρώπη

Σε ό,τι αφορά τις τιμές ηλεκτρισμού εν μέσω πολέμου, το επιχείρημα που αναπτύσσεται στο ΥΠΕΝ είναι ότι παρά τη συζήτηση για το αέριο, η μέση χονδρεμπορική τιμή ρεύματος στην Ευρώπη δεν έχει ξεφύγει. Επισημαίνεται μάλιστα ότι μια παρόμοια εικόνα εμφανίζουν σε γενικές γραμμές και άλλες ευρωπαϊκές αγορές -πλην χωρών όπως η Ιταλία ή η Ιρλανδία ενώ σε άλλες υπάρχουν ειδικοί λόγοι που διαφοροποιούν τη σύγκριση, όπως οι εξαιρετικά υψηλές υδροηλεκτρικές εισροές των προηγούμενων εβδομάδων στην Ιβηρική χερσόνησο με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Πορτογαλία που το Φεβρουάριο εμφάνισε χονδρεμπορική τιμή 11 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Το βασικό συμπέρασμα, ωστόσο, είναι ότι δεν καταγράφεται μέχρι στιγμής μια γενικευμένη εκτίναξη της ευρωπαϊκής χονδρικής τιμής που να δικαιολογεί εικόνα ανεξέλεγκτης ενεργειακής κρίσης.

Πώς μεταφέρονται οι αυξήσεις στην αντλία

Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στον τρόπο με τον οποίο μεταφέρεται η διεθνής ένταση στην εγχώρια κατανάλωση. Στα καύσιμα κίνησης, η κυβέρνηση θεωρεί ότι υπάρχουν δύο βασικοί παράγοντες που λειτουργούν ως «μαξιλάρι» στις αυξήσεις των διεθνών τιμών καυσίμων: η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου και η υψηλή φορολογία στα καύσιμα. Επειδή οι διεθνείς τιμές διαμορφώνονται σε δολάρια, ένα ισχυρό ευρώ περιορίζει την τελική επίδραση στις τιμές που πληρώνουν οι ευρωπαίοι καταναλωτές. Οι ίδιες πηγές σημειώνουν ότι η μείωση φόρων στα καύσιμα (κάτι για το οποίο πιέζει ο κλάδος των πετρελαιοειδών) αποτελεί πρωτίστως δημοσιονομική απόφαση, καθώς επηρεάζει άμεσα τα κρατικά έσοδα. Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι σε αρκετές περιπτώσεις, οι μειώσεις φόρων δεν μεταφέρθηκαν πλήρως στις τελικές τιμές για τους καταναλωτές. Για τον λόγο αυτό, όπως αναφέρεται τέτοιες παρεμβάσεις εξετάζονται μόνο όταν υπάρχει σαφής ένδειξη ότι το όφελος θα φτάσει στην αγορά.

Η γεωπολιτική διάσταση

Σε ό,τι αφορά τις γεωπολιτικές μεταβλητές, η κρίση στη Μέση Ανατολή αναγνωρίζεται ως παράγοντας αβεβαιότητας, αλλά όχι ακόμη ως στοιχείο που έχει αναδιαμορφώσει σταθερά την ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική. Αντίστοιχα, για το ενδεχόμενο να επανέλθει πιο ανοιχτά στο τραπέζι η συζήτηση για ρωσικό αέριο, η απάντηση είναι ότι μια τέτοια συζήτηση (στην αρχή της κρίσης) είναι πρώιμη. Μπορεί να υπάρχουν σενάρια και σκέψεις, όμως, όπως αναφέρεται, δεν υπάρχει καταγεγραμμένη σοβαρή πολιτική συζήτηση που να λέει ότι η Ευρώπη είναι έτοιμη να επανέλθει σε δομική εξάρτηση από ρωσικές ροές. Ουσιαστικά, το μήνυμα είναι πως άλλο η ανάλυση πιθανών σεναρίων και άλλο η πραγματική κατεύθυνση της πολιτικής.

Η ευρωπαϊκή συζήτηση για την ενέργεια

Σε ό,τι αφορά την επικείμενη ευρωπαϊκή Σύνοδο Κορυφής στις 19 Μαρτίου, η συζήτηση για την ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης θεωρείται ότι δεν έχει διαμορφώσει ακόμη σαφής κατεύθυνση για τις τελικές αποφάσεις.

Όπως σημειώνουν πηγές με γνώση των διεργασιών, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν αρχίσει να συγκλίνουν ως προς τα βασικά ζητήματα που πρέπει να εξεταστούν, όμως οι διαφωνίες παραμένουν έντονες ως προς τις λύσεις.

«Έχουμε βρει τα τρία-τέσσερα μεγάλα θέματα, στα οποία θέλουν να εστιάσουν οι ηγέτες», αναφέρουν χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι όταν ανοίγει η συζήτηση σε μεγαλύτερο βάθος «οι γνώμες αρχίζουν να διαφοροποιούνται».

Το πακέτο για τα δίκτυα

Ένα από τα βασικά θέματα που θα τεθούν στο τραπέζι είναι το λεγόμενο πακέτο για τα ηλεκτρικά δίκτυα (grids package). Πρόκειται για μια πρόταση που έχει καταθέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την οποία η ελληνική πλευρά αξιολογεί θετικά. Ωστόσο, αρκετά κράτη-μέλη έχουν διατυπώσει επιφυλάξεις.

Σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής συζήτησης αφορά και το σύστημα εμπορίας ρύπων (ETS) όπου οι θέσεις των κρατών-μελών διαφέρουν σημαντικά. Από τη μία πλευρά υπάρχουν χώρες που δεν θέλουν να ανοίξει καθόλου η συζήτηση για αλλαγές στο σύστημα, ενώ από την άλλη υπάρχουν κυβερνήσεις που ζητούν παρεμβάσεις.

«Δεν είμαστε στο “να καταργηθεί το ETS”, αλλά ούτε στο “μην το πειράξει κανείς γιατί είναι το καλύτερο πράγμα που έχει γίνει ποτέ”», σημειώνουν οι ίδιες πηγές, τονίζοντας ότι η αγορά των δικαιωμάτων άνθρακα είναι εξαιρετικά σύνθετη και ότι θα χρειαστεί χρόνος για να διαμορφωθούν συγκεκριμένες προτάσεις μεταρρύθμισης.

Η αγορά ηλεκτρισμού και η οριακή τιμή

Στο πλαίσιο της συζήτησης για τη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρισμού, παρά τις επικρίσεις που δέχεται το σημερινό μοντέλο τιμολόγησης (target model), δεν υπάρχει ακόμη μια εναλλακτική πρόταση που να συγκεντρώνει ευρεία ευρωπαϊκή στήριξη.

Όπως αναφέρεται πολλοί συμφωνούν στο πρόβλημα ότι η υψηλή τιμή του φυσικού αερίου επηρεάζει την τιμή όλης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, όμως «δεν υπάρχει μια εναλλακτική που να πεις ότι την στηρίζουν πέντε-έξι-επτά χώρες».

Για τον λόγο αυτό, μια βαθιά δομική αναθεώρηση της αγοράς ηλεκτρισμού δεν φαίνεται να συγκεντρώνει ισχυρή πολιτική στήριξη.

Η “γκρίνια” γύρω από τις διασυνδέσεις

Ένα ακόμη ζήτημα που έχει αρχίσει να εμφανίζεται όλο και πιο έντονα στις ευρωπαϊκές συζητήσεις είναι το πολιτικό κόστος των ενεργειακών διασυνδέσεων.

Σε αρκετές χώρες αναπτύσσεται το επιχείρημα ότι όταν μια χώρα εξάγει φθηνή ηλεκτρική ενέργεια στους γείτονές της, οι τιμές αυξάνονται στην εσωτερική αγορά.

«Από τη μία λες ότι θέλεις πιο διασυνδεδεμένη αγορά και από την άλλη οι χώρες που έχουν φθηνή ενέργεια λένε ότι αν εξάγουν περισσότερο, θα πρέπει να εξηγήσουν στους πολίτες τους γιατί ανεβαίνουν οι τιμές».

Το ερώτημα που τίθεται, είναι πώς μπορεί να διατηρηθεί το όφελος των διασυνδέσεων χωρίς να χαθεί η πολιτική στήριξη των χωρών που θα κληθούν να εξάγουν περισσότερη ενέργεια.

Μοιραστείτε το άρθρο :

Δείτε επίσης...

Eγγραφή στο Newsletter

Κύλιση στην κορυφή