Επιχειρηματικότητα σε έξαρση: Γιατί χιλιάδες επαγγελματίες στην Ελλάδα επιλέγουν να συστήσουν ατομική εταιρεία

Facebook
Twitter
IMG_6194-768x576

Η εικόνα της ελληνικής επιχειρηματικότητας θυμίζει ένα πεδίο διαρκούς κίνησης: χιλιάδες νέες ενάρξεις, χιλιάδες λουκέτα, έντονη ανακύκλωση επαγγελματικών σχημάτων και μια αγορά που δείχνει ζωντανή, χωρίς όμως να μεταφράζει πάντα αυτή τη ζωντάνια σε μέγεθος, ανθεκτικότητα και πραγματική ανάπτυξη. Πίσω από τον μεγάλο αριθμό των επιχειρήσεων κρύβεται μια πραγματικότητα πιο σύνθετη. Η χώρα πλησιάζει πλέον το ορόσημο του ενός εκατομμυρίου ενεργών επαγγελματικών ΑΦΜ, όμως ο σκληρός πυρήνας των εταιρειών που καταφέρνουν να τρέξουν με υψηλές ταχύτητες παραμένει εξαιρετικά περιορισμένος.

Το 2025 ο συνολικός κύκλος εργασιών του ελληνικού επιχειρείν πλησίασε τα 500 δισ. ευρώ, εξέλιξη που σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει εντυπωσιακή. Ωστόσο, ο ρυθμός μεγέθυνσης αρχίζει να κινείται πλέον κοντά ή και χαμηλότερα από τον πληθωρισμό, κάτι που σημαίνει ότι η ποσοτική διεύρυνση δεν συνοδεύεται απαραίτητα από ουσιαστική ενίσχυση της παραγωγικής βάσης.

Ρεκόρ στις ιδρύσεις, αλλά και διαρκής ανακύκλωση

Το 2025 έκλεισε με νέο υψηλό στις ιδρύσεις επιχειρήσεων. Οι νέες ενάρξεις έφτασαν τις 140.229, αριθμός που αποτελεί την καλύτερη επίδοση της τελευταίας πενταετίας. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι η επιχειρηματική κινητικότητα παραμένει έντονη, ιδίως μετά την απλοποίηση και ψηφιοποίηση των διαδικασιών σύστασης εταιρειών.

Η πλήρης εικόνα, ωστόσο, δεν αποτυπώνεται μόνο από τις ιδρύσεις. Οι διαγραφές επιχειρήσεων, οι λεγόμενοι «θάνατοι», καταγράφονται με χρονική υστέρηση δύο έως τριών ετών, με αποτέλεσμα να μην είναι άμεσα ορατή η καθαρή ισορροπία. Η τελευταία διαθέσιμη πλήρης απογραφή αφορά το 2023 και καταγράφει 932.549 επιχειρήσεις όλων των νομικών μορφών, χωρίς να περιλαμβάνονται όσοι ασκούν αγροτικά επαγγέλματα.

Αν προστεθούν οι ιδρύσεις της διετίας 2024-2025, που ανήλθαν σε περίπου 217.000, και αφαιρεθούν οι διαγραφές, οι οποίες υπολογίζονται σε περισσότερες από 60.000, τότε ο αριθμός των ενεργών επαγγελματικών ΑΦΜ τοποθετείται πλέον πολύ κοντά στο ένα εκατομμύριο.

Η αριθμητική διόγκωση, πάντως, δεν σημαίνει αυτόματα και μετασχηματισμό του επιχειρηματικού χάρτη. Αντιθέτως, δείχνει ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να παράγει σε μεγάλη κλίμακα μικρές και πολύ μικρές μονάδες, με υψηλή κινητικότητα αλλά περιορισμένη δυνατότητα κλιμάκωσης.

Οι συγχωνεύσεις δεν άλλαξαν το τοπίο

Ένα από τα πιο καθαρά συμπεράσματα που προκύπτουν είναι ότι τα οικονομικά κίνητρα για συγχωνεύσεις μικρών επιχειρήσεων δεν έχουν φέρει μέχρι σήμερα ορατό αποτέλεσμα. Ο στόχος ήταν να δημιουργηθούν ισχυρότερα και πιο ανθεκτικά επιχειρηματικά σχήματα, ικανά να αποκτήσουν μεγαλύτερο μέγεθος, καλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και αυξημένη παραγωγικότητα.

Η αντοχή της ατομικής επιχείρησης

Ακόμη ένα στοιχείο με ιδιαίτερη σημασία είναι ότι η ενεργοποίηση του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος για τους αυτοαπασχολούμενους δεν λειτούργησε αποτρεπτικά για τη δημιουργία νέων ατομικών επιχειρήσεων. Το αντίθετο, μάλιστα. Μόνο μέσα στη διετία 2024-2025 ιδρύθηκαν περισσότερες από 182.000 νέες ατομικές επιχειρήσεις.

Ιδιαίτερα αυξημένο εμφανίζεται το ενδιαφέρον από επαγγελματίες της επιστημονικής κοινότητας, αλλά και από συνταξιούχους, μετά τις αλλαγές που επέτρεψαν τη συνέχιση της απασχόλησης χωρίς περικοπή της σύνταξης. Η βασική επιβάρυνση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 50%, γεγονός που δεν φαίνεται αρκετό για να ανακόψει τη στροφή προς τη σύσταση ατομικών επιχειρήσεων.

Ένα τοπίο έντονα πολυδιασπασμένο

Ο επιχειρηματικός χάρτης της χώρας επιβεβαιώνει τη δομική αδυναμία μεγέθυνσης. Από το σύνολο των επιχειρηματικών σχημάτων, περισσότερες από 700.000 είναι ατομικές επιχειρήσεις. Οι κεφαλαιουχικές εταιρείες, όπως ανώνυμες εταιρείες, ΕΠΕ και ΙΚΕ, δεν ξεπερνούν τις 100.000, ενώ οι προσωπικές εταιρείες κινούνται περίπου στις 130.000 με 140.000.

Η σύνθεση αυτή αποτυπώνει μια οικονομία όπου κυριαρχούν οι πολύ μικρές μονάδες και όχι τα επιχειρηματικά σχήματα με κρίσιμη μάζα. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα συνεχίζει να διαθέτει πολλούς επιχειρηματίες, αλλά σχετικά λίγες επιχειρήσεις με μέγεθος που να μπορεί να στηρίξει ισχυρή ανάπτυξη, επενδύσεις και πολλές νέες θέσεις εργασίας.

Πού κατευθύνονται οι νέες ενάρξεις

Από τις ενάρξεις του 2025, οι 25.604 αφορούσαν τη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν 18 στους 100 που προχώρησαν σε σύσταση νέας επιχείρησης δραστηριοποιούνται στον πρωτογενή τομέα.

Ακολουθούν οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, ένας χώρος που παραδοσιακά συγκεντρώνει σημαντικό αριθμό νέων εγγραφών. Στην κατηγορία αυτή συναντώνται τόσο οι νεότεροι επαγγελματίες που εισέρχονται σε τεχνικά και επιστημονικά επαγγέλματα όσο και οι παλαιότεροι που επιλέγουν να συνεχίσουν την επαγγελματική τους διαδρομή μέσω ατομικής δραστηριότητας.

Στην τρίτη θέση βρίσκεται το χονδρικό και λιανικό εμπόριο με ποσοστό 11%, ενώ ακολουθούν οι μεταφορές, ένας κλάδος που ενισχύεται από τη συνεχιζόμενη άνθηση των υπηρεσιών courier και διανομής.

Ο χάρτης των κλάδων

Αν εξεταστεί η κατανομή των περίπου ενός εκατομμυρίου επαγγελματικών κωδικών ανά κλάδο, η εικόνα παραμένει αποκαλυπτική. Μία στις τέσσερις επιχειρήσεις στην Ελλάδα δραστηριοποιείται στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, γεγονός που επιβεβαιώνει τον κεντρικό ρόλο του εμπορίου στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας.

Περίπου το 17% των επιχειρήσεων εντάσσεται στις επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, ενώ μόλις το 6% αφορά τη μεταποίηση. Το στοιχείο αυτό δείχνει με σαφήνεια τη χαμηλή συμμετοχή της βιομηχανικής δραστηριότητας στο συνολικό επιχειρηματικό μωσαϊκό.

Παράλληλα, πάνω από 110.000 επαγγελματικά ΑΦΜ, περίπου το 11% του συνόλου, συνδέονται με τα καταλύματα και την εστίαση, κάτι που υπογραμμίζει το βάρος του τουρισμού και των σχετικών υπηρεσιών στην ελληνική οικονομία.

Οι λίγες «γαζέλες»

Πίσω από τον εντυπωσιακό αριθμό νέων ενάρξεων κρύβεται μια λιγότερο ενθαρρυντική πραγματικότητα: οι επιχειρήσεις που πραγματικά αναπτύσσονται γρήγορα παραμένουν λίγες.

Η ΕΛΣΤΑΤ χαρακτηρίζει ως «γαζέλες» τις νεαρές επιχειρήσεις υψηλής ανάπτυξης που ιδρύθηκαν το 2018 ή το 2019, απασχολούσαν δέκα μισθωτούς το 2020 και κατέγραψαν μέση ετήσια αύξηση προσωπικού άνω του 10% έως το 2023. Αυτές οι επιχειρήσεις μετρήθηκαν σε μόλις 875 το 2023, έναντι 797 το 2022. Περισσότερες από τις μισές δραστηριοποιούνται στον τουρισμό.

Αντίστοιχα, οι επιχειρήσεις υψηλής ανάπτυξης, δηλαδή όσες απασχολούσαν επίσης δέκα μισθωτούς το 2020 και πέτυχαν μέση ετήσια αύξηση προσωπικού άνω του 10% την περίοδο 2020-2023, ανήλθαν περίπου στις 8.000 το 2023, από 5.613 το 2022.

Και σε αυτή την κατηγορία, το εμπόριο και τα καταλύματα μαζί με την εστίαση έχουν την πρωτοκαθεδρία. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η ίδρυση πολλών νέων επιχειρήσεων δεν συνεπάγεται αυτόματα και ισχυρή δημιουργία θέσεων εργασίας. Οι περισσότερες νέες μονάδες παραμένουν πολύ μικρές, συχνά αυτοαπασχολητικές, και συνήθως περιορίζονται στον ιδρυτή και στον στενό οικογενειακό του κύκλο.

Το μεγάλο ζητούμενο

Το ελληνικό επιχειρείν δεν υποφέρει από έλλειψη διάθεσης για έναρξη δραστηριότητας. Υποφέρει περισσότερο από την αδυναμία μετατροπής αυτής της διάθεσης σε επιχειρήσεις με διάρκεια, μέγεθος, εξωστρέφεια και ισχυρή παραγωγική συμβολή. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ανοίγουν λίγες εταιρείες. Είναι ότι πολύ λίγες από αυτές κατορθώνουν να εξελιχθούν σε δομές που δημιουργούν μόνιμο πλούτο και ουσιαστική απασχόληση.

Έτσι, πίσω από το σχεδόν ένα εκατομμύριο επαγγελματικά ΑΦΜ, η πραγματική πρόκληση παραμένει η ίδια: πώς η ελληνική οικονομία θα περάσει από τη μαζική αυτοαπασχόληση και τη μικρή κλίμακα σε ένα παραγωγικό μοντέλο με περισσότερες επιχειρήσεις υψηλής ανάπτυξης και λιγότερη κατακερματισμένη επιβίωση.

Μοιραστείτε το άρθρο :

Δείτε επίσης...

Eγγραφή στο Newsletter

Κύλιση στην κορυφή