«Mais il est fou!» (μα είναι τρελός!) είχε πει για τον Αλέξη Κότση και την απόφασή του να ανοίξει στα μέσα της δεκαετίας του ’60 γαλλικό εστιατόριο στο Κολωνάκι ο Χριστόφορος Χατζόπουλος. Ο αείμνηστος γαλλοτραφής Μυτιληνιός, που είχε το καλύτερο πρακτορείο ξένου Τύπου στην Ελλάδα και είχε χρηματίσει πρόεδρος του Ελληνογαλλικού Επιμελητηρίου, bon vivant από τα γεννοφάσκια του, ήξερε καλύτερα από όλους τη γαλλική κουζίνα. Επίσης, γνώριζε ότι ο μέσος Αθηναίος δεν καταλάβαινε γρι από σαλιγκάρια, βατραχοπόδαρα, ωμά φιλέτα και κρασιά παλαίωσης. Ομως, ο Κότσης, που έφυγε από τη ζωή τη Δευτέρα, ήταν ένας άνθρωπος με τόλμη, εργατικότητα και πίστη στον εαυτό του. Τι κι αν δεν έτρωγαν οι περισσότεροι Ελληνες το steak tartare; Θα τους δίδασκε εκείνος.
Με καταγωγή από τη Βόρειο Ηπειρο, βρέθηκε στη Γαλλία εξ απαλών ονύχων επειδή ένας θείος του είχε ερωτευθεί μια Γαλλίδα. Εκεί ανδρώθηκε, έμαθε τη γλώσσα και κυρίως έμαθε τη δουλειά. Επιστρέφοντας στα πάτρια εδάφη πέρασε κάποια χρόνια από την εταιρεία «Πεσινέ» στα Ασπρα Σπίτια, όπου μαγείρευε για το προσωπικό.
Τα άξια τέκνα του, Σπύρος και Κλαίρη, μεγάλωσαν μέσα στο μαγαζί. (Πηγή: Χριστίνα Γεωργιάδου)
Στις 18 Μαρτίου του 1965 ένα νέο εστιατόριο, το «Αbreuvoir», άνοιγε τις πόρτες του στο Κολωνάκι, σε μια εποχή που ακόμη και τα αυτοκίνητα που είχαν οι περίοικοι ήταν μετρημένα στα δάχτυλα. Το όνομά του προήλθε από έναν πίνακα ο οποίος απεικόνιζε ένα άλογο με μια ποτίστρα. Ο ίππος έγινε και το σήμα κατατεθέν του μαγαζιού. Μαζί με την αεικίνητη γυναίκα του, Γιάννα, ο Κότσης έφτιαξε ένα ευπρόσωπο περιβάλλον που λειτούργησε ως φροντιστήριο καλής γεύσης, καλού σέρβις, καλού οίνου, καλών τρόπων και αυτής της ιδιαίτερης ατμόσφαιρας που συνοδεύει το φαγητό. Μια κόσμια sotto voce γιορτή, όπου όλα τα τραπέζια συμμετείχαν, η οποία αμέσως επέβαλε ένα είδος ισότητας στους συνδαιτυμόνες. Σε αντίθεση με τις ταβέρνες και τα μαγειρεία που τότε είχαν την τιμητική τους και όλο και κάποιος θαμών θα έκλεβε την παράσταση με φωνές και φερσίματα, το «Abreuvoir» σέρβιρε αστική ευγένεια και σε αυτούς που δεν την είχαν εύκαιρη.
Φανατικός ιστιοπλόος, κέρδισε πολλά ράλι.
Παράλληλα, στα 60 και βάλε χρόνια ζωής του έγινε και φυτώριο καλών μαγείρων, καθώς κάποιοι που εργάστηκαν εκεί άνοιξαν εκ των υστέρων τα δικά τους μαγαζιά, όπως το «Σπύρος & Βασίλης». Η συνταγή της επιτυχίας του ήταν ότι δεν άλλαζε συνταγή, αλλά και κάτι πιο σημαντικό. Τα δύο παιδιά του ζεύγους, ο Σπύρος και η Κλαίρη, μεγάλωσαν μέσα στο μαγαζί, πέρασαν όλα τα παιδικά τους καλοκαίρια στη Γαλλία, έκαναν λαμπρές σπουδές και όταν γύρισαν, έβαλαν πλάτη για να συνεχιστεί αυτή η γαστρονομική παράδοση της πρώτης γενιάς της οικογένειας. Αφοσιωμένοι και οι δύο, μονοιασμένοι μεταξύ τους, έδωσαν όλο τον εαυτό τους για να κρατηθεί το εστιατόριο, αλλά και να αναβαθμίζεται συνεχώς. Ο κύκλος ζωής στην αθηναϊκή εστίαση είναι περιορισμένος. Εκείνοι άντεξαν οικονομική κρίση, πανδημία, και πολλά άλλα, με μια σταθερότητα στην ποιότητα που δεν έβρισκες αλλού. Ο δε πατέρας τους, ακμαίος έως τα γεράματα, πήγαινε στην αγορά του Ρέντη στις 4 το ξημέρωμα για να βρει τις καλύτερες προμήθειες.
Με έναν επιστήθιο φίλο του, τον ιατρό Νικόλαο Πουρνάρα.
Ο Αλέξης Κότσης –υπόδειγμα αυτοδημιούργητου ανθρώπου–, που θα κηδευθεί την Τετάρτη στις 15.00 στην Αγία Σκέπη στου Παπάγου, είχε μία ακόμη μεγάλη αγάπη, τη θάλασσα. Δεινός ιστιοπλόος, είχε ήδη από τη δεκαετία του ’60 λάβει μέρος σε αγώνες και το τελευταίο του σκάφος ήταν το «Mon Flirt». Ας πιούμε μια ωραία Βουργουνδία για να του ευχηθούμε για το μακρινό του αυτό ταξίδι και να τον ευχαριστήσουμε για όλα τα ωραία γεύματα που μας χάρισε γενιές και γενιές. Δεν υπάρχει πιο συγκινητικό θέαμα από το να βλέπεις στα τραπέζια του «Abreuvoir» τους πρώτους πελάτες, παππούδες πια, να συνοδεύονται από τα εγγόνια τους και να τρώνε πάπια και φουαγκρά.











