Η συμπλήρωση ενός αιώνα από τη γέννηση του Κωστή Στεφανόπουλου (15/1/1926), προσφέρει ικανοποιητικό έδαφος για την ιστορική αποτίμηση μιας προσωπικότητας που κινήθηκε με συνέπεια και ιδιότυπη αυτονομία στο μεταπολεμικό πολιτικό σύστημα. Στη συλλογική μνήμη καταγράφεται πρωτίστως ως πολιτικός ανεπίληπτου ήθους· στοιχείο που ωστόσο, δεν μεταφράστηκε σχεδόν ποτέ σε εκλογική επιρροή ή σε μαζική πολιτική απήχηση. Εμφατικά ο ίδιος μάλιστα, συνήθιζε να επισημαίνει τις περιβόητες εκλογές του 1961, στις οποίες ως νέο στέλεχος της μεταπολεμικής Δεξιάς, εισέπραττε αγάπη και αποδοχή από την κοινωνία της Αχαΐας αλλά η εκλογική του καταγραφή ήταν αποθαρρυντική. Η διάσταση αυτή μεταξύ ηθικού κεφαλαίου και εκλογικής απόδοσης αποτελούσε πάντα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της διαδρομής του.
Ο Στεφανόπουλος υπήρξε βασικός εκφραστής μιας εκδοχής «γκωλικής Δεξιάς», με έντονα στοιχεία πατερναλιστικού συντηρητισμού, σε μια περίοδο κατά την οποία το ιδεολογικό τοπίο μεταβαλλόταν ραγδαία. Η ενίσχυση των φιλελεύθερων προσεγγίσεων στην οικονομία και η ταυτόχρονη άνοδος του σοσιαλισμού, ιδίως μετά τη Μεταπολίτευση, περιόρισαν το ακροατήριο τέτοιων πολιτικών σχημάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική του ταυτότητα, αν και συνεκτική και ιδεολογικά σαφής, δεν κατόρθωσε να συγκροτήσει ένα πλειοψηφικό ρεύμα. Εκείνη την περίοδο που οι ιδέες του παγκοσμίως έδειχναν να «υποχωρούν», εκείνος αναδεικνυόταν σε «πρώτο βιολί» της κυβέρνησης Καραμανλή 1977-1981. Οι εξελίξεις όμως δεν θα τον ευνοούσαν. Η τιμητική αποστρατεία Καραμανλή στην προεδρία της Δημοκρατίας το 1980 και οι ανεβασμένες μετοχές Μητσοτάκη εντός της γαλάζιας παράταξης, θα έσπρωχναν τον Κωστή στη δική του πολιτική έρημο τη δεκαετία του 1980.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αποτίμηση της προσωπικότητάς του από το πολιτικό σύστημα. Ο Στεφανόπουλος έτυχε συχνά μεγαλύτερης εκτίμησης από πολιτικούς αντιπάλους παρά από τους φυσικούς του συμμάχους. Η νηφαλιότητα, η προσήλωση στους θεσμούς και η αποφυγή λαϊκιστικών εκτροπών τον κατέστησαν αξιόπιστο συνομιλητή. Η στάση του το Σεπτέμβριο του 1989 και η σθεναρή του αντίσταση στην ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής σχετικά με τη δίωξη του Ανδρέα Παπανδρέου τον ανέδειξαν σε κορυφαία φιγούρα. Πολλοί τότε μίλησαν για ρελάνς στον Μητσοτάκη, ωστόσο κάτι τέτοιο απεδείχθη αναληθές όταν η κυβερνητική πλειοψηφία τον Απρίλιο του 1990 εδραιώθηκε με βουλευτή της ΔΗΑΝΑ του Στεφανόπουλου.
Η κορύφωση της δημόσιας παρουσίας του επήλθε με την εκλογή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας, αξίωμα το οποίο κόσμησε με τρόπο που υπερέβη τις στενά κομματικές αναφορές. Ως Πρόεδρος, ενσάρκωσε ένα πρότυπο θεσμικής εκπροσώπησης που συνδύαζε την ιστορική συνείδηση με τη ρητορική αρτιότητα. Μπορεί να θεωρηθεί ο τελευταίος εκπρόσωπος μιας παράδοσης μεγάλων Αχαιών ρητόρων. Ο Αντώνης Σαμαράς είχε καταφέρει να προτείνει στο ΠΑΣΟΚ ένα πρόσωπο υψηλού κύρους, το οποίο εκείνο ασμένως έσπευσε να αποδεχθεί μη λησμονώντας τις «αβρότητες» του 1989.
Εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του, η περίπτωση του Στεφανόπουλου αναδεικνύει τα όρια αλλά και τις δυνατότητες της ηθικής στην πολιτική. Η εκρηκτική κοινωνική του αποδοχή την δεκαετία 1995-2005 λειτούργησε ως άξονας αναφοράς και αναμφίβολα ο πήχης μπήκε ψηλά. Η υστεροφημία του δεν εδράζεται σε εκλογικές νίκες, αλλά στη σταθερή προσήλωσή του σε μια αντίληψη δημόσιας ζωής που παραμένει διαχρονικά ζητούμενη.



