Αποκαλυπτικά και ανησυχητικά είναι τα αποτελέσματα της διεθνούς έρευνας PISA 2025 που δημοσιεύθηκαν την Τρίτη (08.09.2026), σκιαγραφώντας τις σοβαρές αδυναμίες των Ελλήνων μαθητών σε βασικές δεξιότητες.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, σχεδόν ένας στους δύο μαθητές (49,5%) ολοκληρώνει την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να κατέχει τις βασικές γνώσεις στα Μαθηματικά, το 43,8% αντιμετωπίζει δυσκολίες στην Κατανόηση Κειμένου, ενώ το 40,9% υστερεί στις Φυσικές Επιστήμες, στερούμενο το βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού που απαιτείται για την καθημερινότητα.
Τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν για πρώτη φορά στο Υπουργείο Παιδείας παρουσία της Υπουργού Σοφίας Ζαχαράκη, του Γ.Γ. Γ. Παπαδομαρκάκη και του Αντιπροέδρου του ΙΕΠ Κ. Λολίτσα, από τον Εθνικό Συντονιστή, Καθηγητή Κώστα Δημόπουλο, ταυτόχρονα με τη διεθνή παρουσίαση στο Παρίσι από τον Διευθυντή του ΟΟΣΑ, Andreas Schleicher.
Στη φετινή έρευνα συμμετείχαν 765.000 μαθητές από 91 χώρες εκπροσωπώντας 33 εκατομμύρια συνολικά, ενώ από την Ελλάδα έλαβαν μέρος 6.858 μαθητές από 229 σχολεία, καλύπτοντας το 95% του πληθυσμού-στόχου (101.850 μαθητές), ποσοστό-ρεκόρ από το 2000. Παράλληλα, εξετάστηκε και η ικανότητα στα Αγγλικά, τα αποτελέσματα της οποίας θα γίνουν γνωστά τον Μάιο του 2027.
Σε παγκόσμιο επίπεδο καταγράφηκε ιστορική καθίζηση, με τις επιδόσεις των 15χρονων να είναι οι χαμηλότερες από την έναρξη της έρευνας το 2000, πλήττοντας ακόμη και παραδοσιακά κορυφαία συστήματα όπως η Φινλανδία, η Εσθονία, η Ιρλανδία, η Κορέα, η Σιγκαπούρη και το Χονγκ-Κονγκ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα σημείωσε πτώση 6 μονάδων στα Μαθηματικά (έναντι 11 στον ΟΟΣΑ και 12 στην ΕΕ), 7 μονάδων στις Φυσικές Επιστήμες (έναντι 5 στον ΟΟΣΑ και στην ΕΕ) και 16 μονάδων στην Κατανόηση Κειμένου (έναντι 16 στον ΟΟΣΑ και 18 στην ΕΕ).

Σημείωση: Οι αποκλίσεις με θετικό πρόσημο σημαίνουν αύξησης της απόστασης της επίδοσης των μαθητών/τριων στην Ελλάδα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ ενώ οι αποκλίσεις με αρνητικό πρόσημο σημαίνουν μείωση της σχετικής απόστασης.
Για πρώτη φορά μετά από μία δεκαετία, η χώρα μας ανακόπτει την πορεία απόκλισης από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε., καταγράφοντας μάλιστα σαφή τάση σύγκλισης στα Μαθηματικά.
Στο νέο αντικείμενο της Επίλυσης Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα, το οποίο εφαρμόστηκε για πρώτη φορά, οι Έλληνες μαθητές συγκέντρωσαν μέση επίδοση 461 μονάδες έναντι 500 του ΟΟΣΑ, καταλαμβάνοντας την 47η θέση ανάμεσα σε 91 χώρες.
Στα αξιοσημείωτα καταγράφονται και οι μεγάλες ανισότητες μεταξύ σχολείων, αν και 38 σχολεία (εκ των οποίων 32 δημόσια) πέτυχαν επιδόσεις πολύ υψηλότερες ή κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Η επίδραση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων εμφανίζεται σχετικά μικρότερη επειδή οι επιδόσεις είναι συνολικά συμπιεσμένες προς τα κάτω, ενώ πάνω από το 50% των μαθητών με μεταναστευτικό υπόβαθρο δεν μιλά ελληνικά στο σπίτι.
Όσον αφορά τη στάση απέναντι στη μάθηση, οι Έλληνες μαθητές υστερούν σε περιέργεια, επιμονή και αυτορρύθμιση, διαθέτουν όμως σε υψηλό βαθμό την πεποίθηση ότι οι ικανότητές τους εξελίσσονται με την προσπάθεια και θέτουν υψηλούς στόχους, με τις θετικότερες στάσεις να εντοπίζονται σε κορίτσια, γηγενείς μαθητές και μαθητές ΓΕΛ και ιδιωτικών σχολείων.
Ταυτόχρονα, αναφέρουν ένα λιγότερο υποστηρικτικό περιβάλλον στη σχολική τάξη, με μικρότερη γνωστική ενεργοποίηση και περιορισμένη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών και Τεχνητής Νοημοσύνης.
Στο σχολικό κλίμα κυριαρχούν συχνότερα περιστατικά χαμηλής παραβατικότητας, όπως προβλήματα πειθαρχίας, απουσίες και καθυστερήσεις, τα οποία έχουν επιδεινωθεί τη δεκαετία.
Ωστόσο, ο σχολικός εκφοβισμός παραμένει στα επίπεδα του ΟΟΣΑ, ενώ έχουν βελτιωθεί αισθητά το αίσθημα ασφάλειας και το αίσθημα του ανήκειν. Επιπλέον, θεαματικά αποτελέσματα είχε η απαγόρευση των κινητών τηλεφώνων, καθώς η συντριπτική πλειονότητα δηλώνει μηδενική ή ελάχιστη χρήση.
Οι Έλληνες μαθητές αφιερώνουν περισσότερο χρόνο σε μελέτη και φροντιστήρια, απολαμβάνουν ισχυρή οικογενειακή υποστήριξη και έχουν υψηλές προσδοκίες για κοινωνική κινητικότητα.
Στο πεδίο των υποδομών, παρότι οι διευθυντές καταγράφουν ελλείψεις προσωπικού σε ευάλωτες μονάδες και στην περιφέρεια, η χαμηλή αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό δείχνει ότι το ζήτημα εντοπίζεται στην κακή κατανομή και διαχείριση και όχι στην αριθμητική επάρκεια. Την ίδια στιγμή, οι διαθέσιμοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές αυξήθηκαν την περίοδο 2018–2025 με διπλάσιο ρυθμό από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Το συμπέρασμα της έρευνας αναδεικνύει ότι, παρά τα δομικά προβλήματα και το μεγάλο ποσοστό μαθητών με ελλείψεις, η εικόνα σταθεροποιείται, με τη χώρα να προσβλέπει σε ορατά οφέλη στις επόμενες μετρήσεις του 2029 μέσα από το Εθνικό Απολυτήριο, τα νέα Προγράμματα Σπουδών και το Πολλαπλό Βιβλίο.
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης


