Η κίνηση στα κοσμηματοπωλεία της Πάτρας από μελλόνυμφους δεν έχει παρουσιάσει κάμψη και η επιθυμία για την απόκτηση βέρας και μονόπετρου εξακολουθεί να παραμένει ισχυρή. Ωστόσο, η εκτόξευση της τιμής του χρυσού λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή πιέζει ακόμα περισσότερο τους προϋπολογισμούς των νέων ζευγαριών, με την αναζήτησή τους πλέον να στρέφεται σε εναλλακτικές επιλογές, με τη μικρότερη δυνατή αναλογία χρυσού.
Κάνουν θραύση τα 9 καράτια
Όπως αναφέρει στην «Πολιτεία» επαγγελματίας του κλάδου, η κατανόηση της διαφοράς μεταξύ των καρατίων είναι το κλειδί για την εξοικονόμηση χρημάτων. Ο καθαρός χρυσός είναι από τη φύση του ένα εξαιρετικά μαλακό μέταλλο, γι’ αυτό και στην κοσμηματοποιία προστίθενται άλλα μέταλλα προκειμένου να σκληρύνει και να γίνει ανθεκτικό για καθημερινή χρήση.
Η αναλογία αυτή καθορίζει και την τελική περιεκτικότητα. Ο πατρινός κοσμηματοπώλης εξηγεί: «Παραδοσιακά η χρυσή τομή για πολλούς ήταν τα 18 καράτια, όπου η περιεκτικότητα σε χρυσό ανέρχεται στο 75% (750). Όμως αυτή είναι η ακριβότερη επιλογή και σήμερα το κόστος για ένα τέτοιο ζευγάρι βέρες αγγίζει τα 1.500 ευρώ».
Οι τιμές ανά κατηγορία
Μια μέση κατηγορία ήταν και είναι τα 14 καράτια, καθώς εκεί η περιεκτικότητα σε χρυσό είναι μικρότερη, σχεδόν στα 585 μέρη (τιμή για βέρες σήμερα: 1.100 ευρώ).
Αλλά υπάρχει και η ακόμα πιο οικονομική επιλογή που μέχρι πρότινος δεν είχε σχεδόν καμία ζήτηση, αλλά ειδικά μετά την εκτίναξη της τιμής του χρυσού έγινε η δημοφιλέστερη! «Αυτή η οικονομική λύση είναι τα 9 καράτια, με περιεκτικότητα χρυσού μόλις 375 και με μια τιμή για ένα ζευγάρι βέρες που αγγίζει τα 600 με 700 ευρώ, όσο δηλαδή ήταν η μεσαία κατηγορία πριν τον πόλεμο», εξηγεί ο κοσμηματοπώλης.
Όπως επισημαίνεται, τα κοσμήματα 9 καρατίων τείνουν συχνά να έχουν μια πιο ροζ απόχρωση, που θυμίζει χαλκό λόγω της μεγαλύτερης πρόσμιξης άλλων μετάλλων. Έτσι, το σύγχρονο ζευγάρι καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην παράδοση και την οικονομική στενότητα, επιλέγοντας βέρες που αν και με λιγότερα καράτια, συμβολίζουν την ίδια αιώνια υπόσχεση.
Το θέμα δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας «Πολιτεία»


