ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΠΟΛΙΤΕΙΑ

Γιατί οι Ελληνες δεν μποϊκοτάρουν την ακρίβεια Πώς διαμορφώνεται η καταναλωτική συνείδηση και ποιος ο ρόλος των ενώσεων καταναλωτών;

shutterstock 2131431491

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, το 54% των Βρετανών πολιτών θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να σταματήσει να αγοράζει το προϊόν μιας εταιρείας. Στην Ελλάδα που βιώνει μια περίοδο έντονης ακρίβειας, ένα γενικευμένο μποϊκοτάζ, φαντάζει ουτοπικό σενάριο.

Η απάντηση στο γιατί συμβαίνει αυτό, δεν είναι εύκολη. Οπως έχει καταδείξει η διεθνής εμπειρία, τα επιτυχημένα μποϊκοτάζ είχαν συνήθως ως κοινό χαρακτηριστικό τη μαζική συμμετοχή των πολιτών, αλλά και τη στόχευση σε κάποιο συγκεκριμένο προϊόν. Στην Ελλάδα αυτό είναι κάτι που πολύ σπάνια έχει συμβεί και ένας από τους κύριος λόγους είναι η έλλειψη οργανωμένου κινήματος καταναλωτών. Αλλωστε, στελέχη ενώσεων καταναλωτών παραδέχθηκαν στην «Κ» ότι δεν έχουν καταφέρει να πείσουν τους πολίτες για τη σπουδαιότητα του ρόλου τους, ο οποίος αν και είναι επικουρικός, μπορεί να συνδράμει σε τυχόν φαινόμενα κερδοσκοπίας.

Τι σημαίνει οργανωμένο καταναλωτικό κίνημα

«Είναι γεγονός ότι ο Ελληνας δεν έχει καταναλωτική συνείδηση και αυτό δεν οφείλεται στην έλλειψη οργανώσεων καταναλωτών. Η πλειονότητα των πολιτών δεν γνωρίζει ότι υπάρχει καταναλωτικό κίνημα στην Ελλάδα, αλλά όταν έχουν κάποιο πρόβλημα, προσβλέπουν σε κάποια οργάνωση καταναλωτών για να τους το λύσει», δήλωσε στην «Κ» ο Γιώργος Λεχουρίτης, πρόεδρος του Ινστιτούτου Καταναλωτών (ΙΝΚΑ).

Σύμφωνα με τον κ. Λεχουρίτη, η έλλειψη οργανωμένης καταναλωτικής συνείδησης που συναντάται στην Ελλάδα, δεν αποτελεί αντίστοιχα ένα συχνό φαινόμενο στο εξωτερικό. Για παράδειγμα «στην Αμερική το οργανωμένο καταναλωτικό κίνημα έχει τεράστια δύναμη, ενώ στην Αγγλία οι πολίτες συμμετέχουν σε οργανώσεις καταναλωτών, καταβάλλουν συνδρομές και έχουν απαιτήσεις». Αντίστοιχη είναι η κατάσταση σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΙΝΚΑ και σε άλλες χώρες, όπως το Βέλγιο και η Γερμανία.

Σύμφωνα με τον κ. Λεχουρίτη, ευθύνη για την αποδυνάμωση των οργανώσεων καταναλωτών, «που είναι καθαρά εθελοντικές», φέρει και η Πολιτεία, καθώς καταργήθηκε η επιχορήγησή τους το 2014. Οπως λέει ο πρόεδρος του ΙΝΚΑ η Πολιτεία δεν επιθυμεί να υπάρχει ένα οργανωμένο καταναλωτικό κίνημα με δυναμική, «επειδή θεωρεί ότι θα κάνει αντιπολίτευση. Εδώ όμως είναι το μέγα λάθος. Το καταναλωτικό κίνημα δεν θέλει να κάνει αντιπολίτευση στην εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά να τη βοηθάει, ώστε να υπάρχει διαφάνεια και να μην έχουμε τα φαινόμενα αισχροκέρδειας και κερδοσκοπίας που παρατηρούνται στην ελληνική αγορά».

Μπορεί να γίνει το μποϊκοτάζ «όπλο» στα χέρια των καταναλωτών;

Αναφορικά με το αν τα οργανωμένα μποϊκοτάζ θα μπορούσαν να συμβάλουν στην πτώση των τιμών κάποιων προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ, ο κ. Λεχουρίτης θεωρεί πως αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει «όπλο για τους καταναλωτές». Κατά την περσινή χρονιά ο ΙΝΚΑ προέτρεψε τρεις φορές τους καταναλωτές να προχωρήσουν σε μποϊκοτάζ, αλλά αυτές οι δράσεις δεν στέφθηκαν από ιδιαίτερη επιτυχία, καθώς σύμφωνα με τον κ. Λεχουρίτη δεν τις έμαθαν πολλοί πολίτες.

Σχετικά με το αν θα μπορούσε να γίνει στην Ελλάδα ό,τι συνέβη στο εξωτερικό με αλυσίδα σούπερ μάρκετ που απέσυρε προϊόντα εταιρείας κατηγορώντας την για μεγάλες ανατιμήσεις , ο κ. Λεχουρίτης παρουσιάστηκε αρνητικός, δηλώνοντας μάλιστα πως υπήρξε επικοινωνία του ΙΝΚΑ με την Ενωση Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ), και «μας απάντησε ότι αυτό πάει κόντρα στους κανονισμούς της Επιτροπής Ανταγωνισμού».

Το σημαντικό, σύμφωνα με τον κ. Λεχουρίτη, είναι να αντιληφθούν οι πολίτες ότι «η συμμετοχή σε ένα μποϊκοτάζ δεν έχει κάποιο κόστος. Προϋποθέτει απλώς να μην καταναλώνουμε για ορισμένο διάστημα προϊόντα μια εταιρείας που αισχροκερδεί. Αν όλοι μαζί παλέψουμε για το αυτονόητο, θα είμαστε όλοι κερδισμένοι».

«Δεν έχουμε αποκτήσει έρεισμα στην κοινωνία»

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η Παναγιώτα Καλαποθαράκου, πρόεδρος της ένωσης καταναλωτών ΕΚΠΟΙΖΩ, η οποία σε δηλώσεις της στην «Κ» συμφώνησε πως το καταναλωτικό κίνημα στην Ελλάδα είναι αδύναμο και αυτό είναι κάτι «για το οποίο όλοι ευθυνόμαστεΔεν έχουμε αποκτήσει έρεισμα στην κοινωνία, ώστε να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των καταναλωτών». Η μη ανάπτυξη καταναλωτικών συνηθειών εκ μέρους των πολιτών έχει οδηγήσει σύμφωνα με την κ. Καλαποθαράκου στη μη πλαισίωση των ενώσεων καταναλωτών.

Αυτό οφείλεται σύμφωνα με την πρόεδρο του ΕΚΠΟΙΖΩ στο ότι «ίσως, οι Ενώσεις δεν έχουμε εμπνεύσει τον κόσμο. Κάτι αντίστοιχο βλέπουμε να συμβαίνει και με το συνδικαλιστικό κίνημα».

Τα προβλήματα είναι πολλά, αφού σύμφωνα με την κ. Καλαποθαράκου, η υποβάθμιση της προστασίας καταναλωτών έχει γιγαντωθεί εξαιτίας των αλλεπάλληλων οικονομικών και υγειονομικών κρίσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με την ίδια, «η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή έχει υποβαθμιστεί σε μια γενική διεύθυνση στη Γραμματεία Εμπορίου, ενώ το θεσμικό πλαίσιο έχει περιορίσει την έννοια του καταναλωτή». Επίσης, η κ. Καλαποθαράκου διαπιστώνει έλλειψη συνεργασίας και συντονισμού των δράσεων, μεταξύ Πολιτείας, ανεξάρτητων Αρχών και ενώσεων καταναλωτών, ώστε να υπάρξει «ουσιαστική και αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας στην αγορά».

Η υποβάθμιση των ενώσεων καταναλωτών είναι τέτοια που έχει οδηγήσει σύμφωνα με την κ. Καλαποθαράκου, πολλές ενώσεις, ειδικά στην επαρχία, να εμφανίζουν πρακτικά ανύπαρκτη δραστηριότητα, γεγονός που σύμφωνα με την ίδια οφείλεται και στη μη οικονομική τους στήριξη. Η έλλειψη χρηματοδότησης την τελευταία δεκαετία, σηματοδοτεί σύμφωνα με την ίδια, την «κατάργηση του οργανωμένου κινήματος καταναλωτών. Και μπορεί το έργο μας να είναι επικουρικό αυτού της Πολιτείας, εντούτοις, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η χρηματοδότηση των ενώσεων καταναλωτών από την Πολιτεία, ανέρχεται έως και στο 90%».

Αναφορικά με το τι μπορεί να βελτιωθεί εκ μέρους των ενώσεων, η πρόεδρος της ΕΚΠΟΙΖΩ σχολίασε ότι δεδομένης της ιδιαίτερης περιπλοκότητας που παρουσιάζουν πλέον ορισμένα προβλήματα των καταναλωτών, απαιτούνται «επαγγελματικά στελέχη με γνώσεις και αποτελεσματικότερη οργάνωση, χρήση όλων των τεχνολογιών και ασφαλώς αύξηση της γνωστοποίησης των δράσεών μας στο ευρύ κοινό».

Οταν το βρεφικό γάλα έπεσε κάτω από το 1 ευρώ

Ενα από τα πιο επιτυχημένα μποϊκοτάζ τα οποία οργάνωσε η ΕΚΠΟΙΖΩ, σύμφωνα με την πρόεδρό της, έγινε το 2008 και αφορούσε το βρεφικό γάλα. Τότε, «με πολύ συντονισμένες προσπάθειες», δύο εταιρείες έριξαν την τιμή κάτω από το ένα ευρώ και στη συνέχεια το ίδιο έπραξαν και άλλες. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και σήμερα σύμφωνα με την κ. Καλαποθαράκου, με την υποσημείωση όμως ότι αυτό είναι πιο δύσκολο σε μια γενικευμένη κατάσταση ακρίβειας.

Μολονότι λοιπόν το μποϊκοτάζ είναι ένα βέλος στη φαρέτρα των καταναλωτών, αυτό πρέπει «να χρησιμοποιηθεί με φειδώ και σύνεση για να έχει αποτέλεσμα. Ο καταναλωτής πρέπει να έχει εναλλακτική επιλογήΕπίσης, πρέπει να υπάρχει διάρκεια στη δράση, μέχρι να πέσει η τιμή του προϊόντος». Προκειμένου όμως να πειστεί το ευρύ κοινό να συμμετέχει σε τέτοιες ενέργειες, θα πρέπει οι ενώσεις, σύμφωνα με την ίδια, να προχωρήσουν σε οργανωμένη τεκμηρίωση και συγκριτική έρευνα με τις ευρωπαϊκές χώρες, καθώς «χρειαζόμαστε ατράνταχτα στοιχεία προκειμένου να πειστούν οι καταναλωτές. Ετσι οι εταιρείες θα πάρουν το μήνυμα και θα κινητοποιηθούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της Πολιτείας».

Αρκεί να συμμετέχει το 3,5%

Το πρώτο μποϊκοτάζ που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, καταγράφηκε το 1975 και αφορούσε διαμαρτυρία για τις τιμές του κρέατος. Τρία χρόνια μετά σημειώθηκε μποϊκοτάζ για τις τιμές των εισιτηρίων των λεωφορείων. Τη δεκαετία του 1980 σημειώθηκαν αρκετά μποϊκοτάζ που αφορούσαν μεταξύ άλλων τις τιμές στο ψωμί, και τα οπωροκηπευτικά, αλλά και τη χρήση ορμονών σε κρέας, ενώ χαρακτηριστικό ήταν και το μποϊκοτάζ του 1996 που αφορούσε πληθώρα προϊόντων. Με ορισμένες εξαιρέσεις, τα μποϊκοτάζ αυτά δεν είχαν μεγάλη συμμετοχή, ενώ ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα σήμερα.

Οπως επισημαίνεται σε σχετικό ρεπορτάζ του Forbes, τα μποϊκοτάζ μόνο εφόσον συνδυάζονται με άλλες συλλογικές δράσεις, «όπως η ευαισθητοποίηση, η ενίσχυση των αναγκών εκείνων που επηρεάζονται άμεσα και η επικοινωνία με τους εκλεγμένους αξιωματούχους», μπορούν να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές. Είναι χαρακτηριστικό, ότι βάσει έρευνας που διεξήγαγε η πολιτική επιστήμονας Erica Chenoweth – την οποία επικαλείται το επίμαχο δημοσίευμα –, απαιτείται η συμμετοχή μόλις του 3,5% του πληθυσμού, προκειμένου να επιτευχθεί σοβαρή αλλαγή πολιτικής.

Μια από τις χώρες με μεγάλη προϊστορία μποϊκοτάζ είναι αναμφίβολα οι ΗΠΑ. Είναι άλλωστε ενδεικτικό το μποϊκοτάζ του 1973 στο κρέας εξαιτίας της αύξησης των τιμών. Το μποϊκοτάζ που κυρίως οργανώθηκε από γυναικείες οργανώσεις, οδήγησε το περιοδικό «ΤΙΜΕ» να το αποκαλέσει «το πιο επιτυχημένο μποϊκοτάζ γυναικών από την εποχή της Λυσιστράτης». Η κοινωνική πίεση οδήγησε τελικά τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον να επιβάλει ανώτατα όρια τιμών στο βόειο, χοιρινό και αρνίσιο κρέας. Το 1977 ξεκίνησε μποϊκοτάζ εναντίον μεγάλης εταιρείας η οποία διαφήμιζε το βρεφικό της γάλα, ως «καλύτερο από το μητρικό». Οι Αμερικανοί καταναλωτές διαμαρτυρόμενοι για παραπλάνηση προχώρησαν σε μποϊκοτάζ, το οποίο έληξε ύστερα από επτά χρόνια, όταν η εταιρεία συμμορφώθηκε με τα πρότυπα του ΠΟΥ.

Το παράδειγμα των ΗΠΑ

Τα μποϊκοτάζ στις ΗΠΑ εξακολουθούν όμως να έχουν βαρύνουσα σημασία. Σύμφωνα με έρευνα του YouGov που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2020, ένας στους δύο Αμερικανούς έχει μποϊκοτάρει κάποια επιχείρηση ή προϊόν, ενώ το ποσοστό αυτό για όσους είναι ηλικίας 45 ετών ετών ανέρχεται σε 56% και για όσους είναι άνω των 55 ετών φτάνει το 57%. Αντίστοιχα, τα νοικοκυριά που έχουν ετήσιο εισόδημα τουλάχιστον 80 χιλιάδες δολάρια, έχουν προχωρήσει σε έστω ένα μποϊκοτάζ σε ποσοστό 67%. Αυτό είναι κάτι που συνεχίζεται και σήμερα, αφού σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας LendingTree που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2022, τις ημέρες εκείνες, ένας στους τέσσερις Αμερικανούς έκανε μποϊκοτάζ σε κάποιο προϊόν ή εταιρεία. Αντίστοιχα, έρευνα της KPMG, που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο, δείχνει ότι το 54% των Βρετανών πολιτών θα σταματούσε να αγοράζει ένα προϊόν από μια εταιρεία η οποία προβαίνει σε παραπλανητικούς περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς.

You may also like

Comments are closed.