ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Αχιλλέα Ροδίτη
Για δύο θέματα μιλήσαμε με τον Πρόεδρο του Τμήματος Επιστημών της Εκπαίδευσης & Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου Πατρών Γιώργο Νικολάου: Για την Σύνοδο των Πρυτάνεων που ξεκίνησε την περασμένη εβδομάδα αλλά και για τις εκλογές στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, της ερχόμενης Κυριακής, όπου ο ίδιος είναι υποψήφιος για την Κεντρική Επιτροπή.
Ξεκινώντας με το πολιτικό θέμα, ο Γιώργος Νικολάου υπογραμμίζει ότι «διανύουμε τη σκοτεινότερη περίοδο από την πτώση της χούντας». Και στον αντίποδα της ζοφερής αυτής πραγματικότητας, όπως λέει, υπάρχει ο ΣΥΡΙΖΑ που “παρά τα λάθη και τις παραλείψεις, ως κυβέρνηση, ανόρθωσε τη χώρα και επίλυσε χρονίζοντα και πυορροούντα εθνικά ζητήματα”.
Γιατί είστε υποψήφιος για την Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ;
Είναι νομίζω ξεκάθαρο ότι η πατρίδα μας διανύει μία σκοτεινή περίοδο, τη σκοτεινότερη από την πτώση της χούντας. Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τέτοια μεγάλη απαξίωση των θεσμών, τέτοιο έλλειμα δημοκρατίας, τόση περιφρόνηση των δικαιωμάτων των πολιτών, τόση αδιαφορία απέναντι στη φτώχεια των κατοίκων της χώρας. Αυτή η ζοφερή κατάσταση έχει φυσικούς αυτουργούς: τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του, οι οποίοι με περισσή αναλγησία αδιαφορούν για τη δυστυχία του λαού μας και ταυτοχρόνως πολιτεύονται επικίνδυνα σε σχέση με τα εθνικά θέματα, τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας, τη θέση της και την υπόληψή της στο διεθνές γίγνεσθαι.
Απέναντι στην κατάσταση αυτή βρίσκεται ένα κόμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος στην τετράχρονη κυβερνητική θητεία του, παρά τα λάθη και τις παραλείψεις, κατάφερε μέσα σ’ ένα ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον να ανορθώσει τη χώρα και να επιλύσει χρονίζοντα και πυορροούντα εθνικά ζητήματα. Το κόμμα αυτό ανασυγκροτείται, μεγαλώνει, δυναμώνει και φιλοδοξεί να επαναφέρει ένα νέο ήθος στην πολιτική ζωή της χώρας. Έχει, λοιπόν, ανάγκη από ανθρώπους, αδέσμευτους και ελεύθερους, χωρίς πρόσδεση σε μηχανισμούς, ομάδες, φράξιες ή σεκταριστικές τάσεις, οι οποίοι θα αναζωογονήσουν τον πολιτικό χώρο της ριζοσπαστικής, κυβερνώσας αριστεράς. Η πρόταση του Προέδρου μας Αλέξη Τσίπρα για άνοιγμα του ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία, για ενεργοποίηση της φωνής όλων των μελών του κόμματος, για άμεση εκλογή τόσο του Προέδρου όσο και της Κεντρικής Επιτροπής από τη βάση, δίνει το στίγμα για την πορεία μας τόσο προς τη συγκρότηση ενός μαζικού, συμμετοχικού πολιτικού χώρου όσο και προς τη δημιουργία ενός αξιόπιστου, σοβαρού και συνεπούς πολιτικού κόμματος, το οποίο θα διεκδικήσει αύριο εκ νέου την εξουσία.
Στην προσπάθεια αυτή θα ήθελα να συμβάλω. Η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ είναι η συλλογικότητα μέσα στην οποία θα παράγεται πολιτική, θα χαράσσεται η στρατηγική και θα ελέγχεται η εξουσία. Η προτροπή του Τσίπρα για αγνόηση των σημειωμάτων, των λιστών και των γραμμών στην εκλογή της νέας ΚΕ είναι για μένα η εγγύηση ότι κάτι καλό προοιωνίζεται για το μέλλον της παράταξής μας. Και στην προσπάθεια αυτή δήλωσα παρών.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει ανάγκη από ανθρώπους αδέσμευτους και ελεύθερους, χωρίς πρόσδεση σε μηχανισμούς, ομάδες, φράξιες ή σεκταριστικές τάσεις, οι οποίοι θα αναζωογονήσουν τον πολιτικό χώρο της ριζοσπαστικής, κυβερνώσας Αριστεράς»
Τι “βγήκε” από το πρόσφατο συνέδριο του κόμματος;
Παρακολούθησα και τις τέσσερις ημέρες διεξαγωγής του Συνεδρίου και μπορώ με ειλικρίνεια να πω ότι έμεινα ικανοποιημένος. Διεξήχθη ένας σοβαρός πολιτικός διάλογος, εκφράστηκαν όλοι όσοι ήθελαν να εκφραστούν, ελεύθερα και δημοκρατικά. Σε γενικές γραμμές επικράτησε η ευπρέπεια στην εκφορά των θέσεων, παρά τα δυο-τρία μικρά «παρατράγουδα», τα οποία σε ένα Συνέδριο πολιτικού κόμματος είναι θεμιτά και αναμενόμενα. Τα συμπεράσματα τα οποία εξήγαγα από τις διαδικασίες συνοψίζονται στα παρακάτω:
i. Ο ΣΥΡΙΖΑ ευτύχησε να έχει επικεφαλής του έναν χαρισματικό ηγέτη, ο οποίος σέβεται τους θεσμούς και τη δημοκρατία και δεν φοβάται να αντιμετωπίσει τον αντίλογο, πάντα μέσα στο πλαίσιο της δημοκρατικής λειτουργίας του κόμματος.
ii. Το κόμμα λειτουργεί δημοκρατικά, διατηρώντας και σεβόμενο το δικαίωμα της διαφορετικής άποψης. Ταυτόχρονα πορεύεται συντεταγμένο και με σοβαρότητα.
iii. Οι επιλογές του Αλέξη Τσίπρα για διεύρυνση του χώρου έγιναν αποδεκτές με ευρεία πλειοψηφία, χωρίς να χρειαστεί να διαιρεθεί ο χώρος μας σε «εμείς και οι άλλοι». Είναι σαφές και το τονίζω ότι όποιος αποφασίζει να συνταχθεί με τον ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να σέβεται την ιστορία του, τη διαδρομή του, τους συντρόφους που τον έκτισαν και τον κράτησαν, με λίγα λόγια αυτά που ο Τσίπρας αποκάλεσε «τα ιερά και τα όσια» της ριζοσπαστικής αριστεράς.
iv. Η ανάγκη για πολιτική αλλαγή στη χώρα μας είναι η επείγουσα προτεραιότητα του κόμματός μας σήμερα. Σ’ αυτή θα πάμε ενωμένοι, με σαφές πολιτικό σχέδιο και πρόγραμμα και πάνω απ’ όλα πιο έμπειροι από την προηγούμενη φορά.
Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν, στις 15 του Μάη περιμένω την αναβάπτιση του κόμματος και της ηγεσίας του στην κολυμβήθρα του συνόλου των μελών μας, τα οποία θα δώσουν στον Αλέξη Τσίπρα την εντολή της πορείας προς τη νίκη και την ανατροπή του ζοφερού τοπίου μέσα στο οποίο ζούμε.
«Στις 15 του Μάη περιμένω την αναβάπτιση του κόμματος και της ηγεσίας του στην κολυμβήθρα του συνόλου των μελών μας, τα οποία θα δώσουν στον Αλέξη Τσίπρα την εντολή της πορείας προς τη νίκη και την ανατροπή του ζοφερού τοπίου μέσα στο οποίο ζούμε».
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΚΑΙ
ΣΥΝΟΔΟΣ ΠΡΥΤΑΝΕΩΝ
“Υπάρχει κυβερνητική προσπάθεια για το ξεθεμελίωμα της δημόσιας και δωρεάν ποιοτικής εκπαίδευσης της ελληνικής νεολαίας. Προσπάθεια που βρίσκει συμμάχους και κάποιους ‘πρόθυμους’ πρυτάνεις, οι οποίοι έχουν συνδέσει την ποιότητα με τα στατιστικά μεγέθη, τους αριθμούς και τις χρηματοδοτήσεις”.
Στην πανεπιστημιακή σας ιδιότητα, τώρα. Ξεκίνησε την περασμένη Τετάρτη η Σύνοδος των Πρυτάνεων. Πόσο κρίσιμη είναι σε μια εποχή αλλαγών στην πανεπιστημιακή κοινότητα;
Έχω κατ’ επανάληψη εκφραστεί σχετικά με την πολιτική που ακολουθείται στην Εκπαίδευση γενικότερα και την Ανώτατη Εκπαίδευση ειδικότερα, από την κυβέρνηση της ΝΔ. Κι εδώ θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι αυτή δεν είναι μία πολιτική Κεραμέως, αλλά μία πολιτική Μητσοτάκη. Ας το καταλάβουμε αυτό, όχι για να δικαιολογήσουμε την Υπουργό Παιδείας, της οποίας ο αυταρχισμός, η εκδικητικότητα, η αλαζονεία και η ισχυρογνωμοσύνη της την έχουν βάλει στο στόχαστρο, αλλά για να τονίσω ότι συνολικά η κυβερνητική πολιτική για την Παιδεία είναι συνεπής με την ιδεολογική καταγωγή της ΝΔ.
Δηλαδή;
Αυτό που πρωτίστως επιχειρείται είναι το ξεθεμελίωμα της δημόσιας και δωρεάν ποιοτικής εκπαίδευσης της ελληνικής νεολαίας. Αυτό γίνεται μέσω της υποχρηματοδότησης, της αποψίλωσης από διδακτικό και διοικητικό προσωπικό, της άκρατης παρεμβατικότητας σε θέματα λειτουργίας των Πανεπιστημίων, της παράκαμψης ή και της παράβασης των διατάξεων που διέπουν την πανεπιστημιακή (και όχι μόνο) νομοθεσία, της εμπέδωσης ενός κλίματος ασφυκτικού ελέγχου της πανεπιστημιακής λειτουργίας και της ελεύθερης διακίνησης ιδεών και τέλος, της συστηματικής δυσφήμισης του ελληνικού πανεπιστημίου.
Ποιος ωφελείται από αυτό;
Είναι ξεκάθαρο ότι επιχειρείται η σκανδαλώδης εύνοια των ιδιωτικών κολεγίων και των σχολαρχών, οι οποίοι τόσο βοήθησαν προεκλογικά τη ΝΔ. Ήδη βλέπουμε στις προκηρύξεις για θέσεις εκπαιδευτικών τη συμπερίληψη των αποφοίτων των κολεγίων, οι οποίοι, κατά παραδοχή και της κυβέρνησης, δεν διαθέτουν τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα.
Η κυβέρνηση έχει βαλθεί να αλλάξει ριζικά τον πανεπιστημιακό χάρτη με μέτρα αυταρχικά (όπως η πανεπιστημιακή αστυνομία) ή τιμωρητικά (όπως η σύνδεση της χρηματοδότησης με τις αξιολογήσεις των ΑΕΙ).
Γιατί δεν υπάρχει αντίδραση;
Δυστυχώς, πρέπει να πούμε ότι στην προσπάθεια αυτή βρίσκει συμμάχους και κάποιους «πρόθυμους» πρυτάνεις, οι οποίοι έχουν συνδέσει την ποιότητα με τα στατιστικά μεγέθη, τους αριθμούς και τις χρηματοδοτήσεις. Κατά συνέπεια το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο είναι ante portas, με τη συναίνεση ή τη σιωπή της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Επιπλέον, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, η ακαδημαϊκή κοινότητα δεν έχει ορθώσει ανάστημα απέναντι σε κραυγαλέες παραβιάσεις των νόμων της πατρίδας μας κι έχουν απομείνει λίγοι ρομαντικοί (κατ’ άλλους γραφικοί) οι οποίοι αγωνιζόμαστε για την προάσπιση των θεσμών, αλλά και της ψυχής του ελληνικού πανεπιστημίου.
Υπό την έννοια αυτή, παρά το γεγονός ότι όσα διαρρέουν για τον νέο νόμο-πλαίσιο για τα ΑΕΙ δεν είναι καθόλου ευχάριστα, δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος για τη στάση που θα κρατήσει η Σύνοδος των Πρυτάνεων σχετικά με τα μεγάλα προβλήματα που ταλανίζουν τον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Ποια είναι τα διακυβεύματα, οι στόχοι που κατά την γνώμη σας πρέπει να προταθούν;
Όπως ανέφερα και παραπάνω, τα ελληνικά πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν δύο σοβαρότατα προβλήματα: το πρώτο είναι η υποχρηματοδότηση και το δεύτερο η έλλειψη προσωπικού, τόσο διδακτικού όσο και διοικητικού.
Από αυτές τις δύο πληγές ξεκινούν και όλα τα υπόλοιπα προβλήματα, δηλαδή η συρρίκνωση της έρευνας, οι κακές συνθήκες διδασκαλίας, τα κτηριακά προβλήματα, η υστέρηση στη διεθνοποίηση, η ανεπαρκής φοιτητική μέριμνα και άλλα πολλά. Επομένως, αν πρέπει να ξεκινήσουμε από κάπου είναι από αυτά τα δύο πράγματα: επαρκής χρηματοδότηση και προσλήψεις προσωπικού.
Βλέπετε, δεν αναφέρω το θέμα των μισθών μας, οι οποίοι είναι καθηλωμένοι εδώ και πολλά χρόνια. Οι συνάδελφοί μου καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να διατηρήσουν υψηλό το επίπεδο σπουδών, παρά τις αστείες απολαβές τους. Αλλά ας είναι! Ας διορθωθούν τα παραπάνω δύο κακώς κείμενα και θα δούμε στη συνέχεια και τα υπόλοιπα.
Πού δηλαδή οδηγείται το Πανεπιστήμιο;
Το ελληνικό πανεπιστήμιο έχει πάψει να είναι ένα μέσο κοινωνικής κινητικότητας. Έχει γίνει περισσότερο ταξικό από ποτέ. Αν εξετάσουμε διαχρονικά τη σύνθεση του φοιτητικού πληθυσμού από τη δεκαετία του ’60 μέχρι σήμερα θα διαπιστώσουμε ότι στις μέρες μας μεγάλες μάζες της ελληνικής κοινωνίας, με λαϊκή καταγωγή και περιορισμένους πόρους, αποκλείονται από το πανεπιστήμιο ή πραγματοποιούν σπουδές που δεν είναι η επιλογή τους.
Ταυτόχρονα, το Πανεπιστήμιο καθίσταται ένας χώρος αφιλόξενος, συχνά αυταρχικός και στερημένος από πνευματική ζωή. Ένας χώρος όπου σε λίγο θα περιπολούν αστυνομικοί, θα παραβιάζονται τα προσωπικά δεδομένα του προσωπικού και των φοιτητών και θα επιτηρείται με κάμερες του «Μεγάλου Αδελφού».
Θα είναι ένας χώρος στερημένος από τον ενθουσιασμό, την ενεργητικότητα και τη φαντασία, η οποία δυστυχώς δεν θα είναι «στην εξουσία», αλλά φυλακισμένη στα μπουντρούμια των «χρήσιμων» και ευπρεπών.