Σε μια περίοδο που η Πάτρα αναζητά απεγνωσμένα μια νέα αναπτυξιακή τροχιά, η ανάγκη για τη λειτουργία και την αναγέννηση των τοπικών βιοτεχνιών –και γενικότερα των επιχειρήσεων που στηρίζουν την εγχώρια παραγωγή και τον πρωτογενή τομέα– είναι πιο επιτακτική από ποτέ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η περίπτωση του Γιώργου Ψωμιάδη, ιδρυτή της Queen Market (της πατρινής εισαγωγικής εταιρείας και δημοφιλούς ηλεκτρονικού καταστήματος με καινοτόμα είδη καθαρισμού), αποτελεί ένα πραγματικό «case study» επιτυχίας πανελλαδικής εμβέλειας.
Ξεκίνησε νέος, στα 33 του χρόνια, γεμάτος όρεξη για δουλειά και φρέσκες ιδέες, κυριολεκτικά με μηδενικό κεφάλαιο (μόλις 1.000 ευρώ στην τσέπη), όμως κατάφερε να στήσει από το μηδέν ένα δίκτυο πωλήσεων πανελλαδικής εμβέλειας.
Ο κ. Ψωμιάδης βρέθηκε καλεσμένος στη Ναυτεμπορική TV, ξετύλιξε το κουβάρι μιας διαδρομής που ξεκίνησε με τεράστιο ρίσκο, απογειώθηκε όταν διέκρινε την ευκαιρία και εξασφάλισε την αποκλειστική εισαγωγή του παγκόσμιου trend καθαρισμού Scrub Daddy και ολοκληρώθηκε με την αναβίωση της παραδοσιακής οικογενειακής βιοτεχνίας παραγωγής μανταλακίων στην οδό Γλαύκου 60 στην Πάτρα.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:
– Με την καθαριότητα έχουν να κάνουν και τα μανταλάκια, έτσι δεν είναι;
Ακριβώς έτσι! Όλα για την καθαριότητα είναι. Ξεκίνησα την επιχειρηματική μου δραστηριότητα σε μια πολύ δύσκολη περίοδο, λίγο πριν από την επιβολή των capital controls στην Ελλάδα. Βρισκόμουν στο κλασικό δίλημμα της γενιάς μου, του Brain Drain. Να φύγω στο εξωτερικό για να αναζητήσω μια καλύτερη τύχη ή να επενδύσω τα τελευταία 1.000 ευρώ που μου είχαν απομείνει στην πατρίδα μου. Επέλεξα το δεύτερο.
– Πώς έγινε αυτό το πρώτο βήμα με ένα τόσο μικρό κεφάλαιο;
Βρέθηκα σε μια εμπορική έκθεση στη Φρανκφούρτη. Εκεί εντόπισα μια βρετανική εταιρεία καθαριστικών, την Astonish. Αποφάσισα να ρισκάρω και να επενδύσω όλο μου το κεφάλαιο, αυτά τα 1.000 ευρώ, για να εισάγω τις δύο πρώτες παλέτες εμπορεύματος.
– Και με τι κεφάλαιο μείνατε στην τσέπη μετά από αυτή την παραγγελία;
Αφού πλήρωσα τις δύο παλέτες, το κεφάλαιο που μου είχε απομείνει στην τσέπη ήταν κυριολεκτικά 5 ευρώ! Αναγκάστηκα να ζητήσω τη βοήθεια της οικογένειάς μου για να βγάλω τις επόμενες μέρες. Αλλά ήθελα να μείνω στην Ελλάδα και αποφάσισα να το παλέψω μέχρι τέλους.
– Χωρίς έτοιμο δίκτυο πωλήσεων και χωρίς μεγάλα κεφάλαια, πώς καταφέρατε να προωθήσετε το προϊόν;
Δεν υπήρχε κανένα δίκτυο πωλήσεων τότε και τα παραδοσιακά μέσα διαφήμισης ήταν απλησίαστα για μένα. Έτσι, στράφηκα στην τεχνολογία. Μελέτησα διεξοδικά όλο το Facebook Blueprint για να μάθω πώς στήνονται οι ψηφιακές καμπάνιες.
Ξεκίνησα να τρέχω διαφημίσεις στο Facebook με προϋπολογισμό μόλις 2 ευρώ την ημέρα, προτρέποντας τους καταναλωτές να κάνουν τηλεφωνικές παραγγελίες και έτσι άρχισε να αποδίδει η προσπάθεια.

– Αυτές οι πρώτες κλήσεις ήταν απλώς διερευνητικές ή γίνονταν παραγγελίες;
Ήταν καθαρές παραγγελίες. Όταν χτύπησαν τα δύο πρώτα τηλέφωνα, η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, δεν μπορείτε να φανταστείτε πώς ένιωσα. Την επόμενη μέρα έγιναν τρία, μετά τέσσερα και σιγά-σιγά άρχισε να δημιουργείται μια σταθερή ροή.
Μέσω αυτής της ψηφιακής προβολής, άρχισαν να μας ανακαλύπτουν αποθήκες χαρτικών και επαγγελματίες πωλητές σε όλη την Ελλάδα και έτσι το δίκτυο διανομής άρχισε να εξαπλώνεται γρήγορα.

ΤΟ «SCRUB DADDY»
– Πότε ήρθε η πραγματική εκτόξευση για την Queen Market;
Το μεγάλο σημείο καμπής ήρθε όταν εντόπισα σε μια άλλη διεθνή έκθεση τα σφουγγάρια Scrub Daddy. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα trends καθαρισμού παγκοσμίως και μία από τις πιο επιτυχημένες επενδύσεις στην ιστορία του αμερικανικού Shark Tank (Dragons’ Den).
Είδα την ευκαιρία, εξασφάλισα την εισαγωγή τους στην Ελλάδα και εκεί άρχισε να διαμορφώνεται η Queen Market όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Δημιουργήθηκε ένα ισχυρό κεφάλαιο που μας επέτρεψε να μεγαλώσουμε γρήγορα και υγιώς ως εταιρεία.

– Δηλαδή από την εμπορική επιτυχία περνάτε στην αναβίωση της οικογενειακής βιοτεχνίας παραγωγής ξύλινων μανταλακίων. Πώς προέκυψε αυτό;
Το ξύλινο μανταλάκι είναι μια παιδική ανάμνηση για τους περισσότερους από εμάς. Ο πατέρας μου και ο παππούς μου διατηρούσαν μια παραδοσιακή βιοτεχνία παραγωγής ξύλινων μανταλακίων, η οποία δυστυχώς σταμάτησε τη λειτουργία της κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, όπως συνέβη με χιλιάδες άλλες ελληνικές επιχειρήσεις.
Έχοντας πλέον τη δική μου υγιή εμπορική δραστηριότητα, είδα αυτό το κενό στην εγχώρια παραγωγή και αποφάσισα να επενδύσω στην αναβίωση της οικογενειακής βιοτεχνίας. Ουσιαστικά, οι εισαγωγές που έκανα ωφέλησαν άμεσα την ελληνική παραγωγή, καθώς χρηματοδότησαν αυτή την προσπάθεια.
– Αυτή η επένδυση έγινε αποκλειστικά με δικά σας κεφάλαια;
Αποκλειστικά! Και θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής σε αυτό. Όταν ξεκίνησα, ήμουν εγγεγραμμένος στον «Τειρεσία» ως φυσικό πρόσωπο λόγω της αποτυχίας μιας προηγούμενης επιχείρησής μου στα χρόνια της κρίσης.
Θεωρώ ότι είναι καιρός να απενοχοποιηθούμε στην Ελλάδα όσον αφορά την επιχειρηματική αποτυχία. Πολλοί αξιόλογοι άνθρωποι βρέθηκαν σε αυτή τη θέση λόγω της κρίσης. Εξαιτίας αυτού δεν υπήρχε δυνατότητα τραπεζικού δανεισμού.
Έτσι, η αναβίωση της βιοτεχνίας έγινε μόνο με ίδια κεφάλαια. Επένδυσα στην αγορά σύγχρονων (μεταχειρισμένων για εμάς, αλλά σε εξαιρετική κατάσταση) μηχανών και συνεχίζουμε σταθερά να επενδύουμε σε νέο μηχανολογικό εξοπλισμό.

«ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥΛΑΕΙ»
– Εσείς υποστηρίζετε έντονα ότι στο σύγχρονο εμπόριο το «πρόσωπο πουλάει». Πώς εφαρμόζετε αυτό το μοντέλο;
Όταν έχεις να ανταγωνιστείς πανίσχυρες πολυεθνικές εταιρείες με τεράστια budget, πρέπει να βρεις ένα διαφορετικό, πιο ανθρώπινο μοντέλο marketing.
Γι’ αυτό επιλέξαμε να εμφανίζομαι ο ίδιος στα social media της Queen Market, να μιλάω απευθείας με τον κόσμο και να προτείνω εγώ τα προϊόντα. Οι καταναλωτές σήμερα εμπιστεύονται περισσότερο τα πρόσωπα και τις αληθινές ιστορίες παρά τα απρόσωπα προϊόντα. Αυτή η προσωπική επαφή έφερε τεράστια αγάπη και στήριξη από το ελληνικό κοινό.
– Στις εγκαταστάσεις σας βλέπουμε τη γραμμή παραγωγής, με τις μηχανές ελατηρίων των δεκαετιών ’60-’70, τις αυτόματες μηχανές συναρμολόγησης και τα έτοιμα χρωματιστά μανταλάκια. Έχετε ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα ΕΣΠΑ για τον εκσυγχρονισμό;
Όχι, δεν έχουμε μπει σε προγράμματα ΕΣΠΑ. Υπήρχε έντονη γραφειοκρατία και καθυστερήσεις, αλλά δεν είμαι άνθρωπος της γκρίνιας. Προτιμώ να αναπτυσσόμαστε βήμα-βήμα, με ίδια κεφάλαια.
Η γούνα των Ελλήνων επιχειρηματιών έχει καεί από την κρίση και τα μεγάλα ρίσκα. Προτιμώ τα αργά και σταθερά βήματα, ώστε να αναπτυσσόμαστε πατώντας γερά στα πόδια μας.
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης


