Ο ΤΙΤΛΟΣ ΑΠΟ το θεατρικό «Ο θάνατος του εμποράκου», έργο γραμμένο το 1949 από τον Άρθουρ Μίλερ, στη καθημερινή δημοσιογραφική πρακτική έχει αναρίθμητες φορές διασκευαστεί, σε βαθμό στερεοτυπίας πλέον, ώστε κάθε φορά να υπηρετεί την ειδησεογραφική ανάγκη -και ευκολία…- της περιγραφής μιας αγοράς που συνθλίβει τον μικρέμπορο.
Η ΙΔΙΑ Η ΠΛΟΚΗ του έργου πιθανότατα μόνο στο σκέλος του αγώνα επιβίωσης που δίνει ο κεντρικός ήρωας, χαρακτηρίζοντας τον έναν αγώνα δυσβάσταχτο, μπορεί να συγκριθεί με την πραγματικότητα που βιώνει σήμερα ένας μικρός καταστηματάρχης.
ΚΑΠΟΤΕ ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ συντάκτες έφτιαχναν ανέκδοτα πάνω στην «εθιμική γκρίνια των εμπόρων» όπως έλεγαν, προφανώς για να δείξουν ότι ένας έμπορος όσο καλά κι αν πάει ένας μήνας, μια περίοδος ή μια χρονιά, ποτέ δεν θα δηλώσει ικανοποιημένος.
ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΕΧΕΙ κυλήσει πολύ νερό και η εικόνα έχει αναστραφεί. Η μεγάλη πλειονότητα των μικρών καταστηματαρχών (δεν μιλάμε για όλους…) καρκινοβατεί έχοντας ν’ αντιμετωπίσει συνθήκες που δεν συνδέονται πάντα με την οικονομική συγκυρία αλλά με τον τρόπο που διαρθρώνεται και εξελίσσεται η ίδια η αγορά.
ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ, η εκτίναξη του ηλεκτρονικού εμπορίου το οποίο έχει υπερτοπικό χαρακτήρα και στο οποίο, πλέον, εντάσσονται και οι δημοφιλείς πλατφόρμες πώλησης προϊόντων από ιδιώτη σε ιδιώτη (με ενσωματωμένες υπηρεσίες ταχυμεταφορών) έρχεται να προστεθεί στην όλο και μεγαλύτερη διείσδυση -ακόμα και σε αγορές μικρών πόλεων- των επιχειρηματικών γιγάντων.
Σ’ ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ τοπίο ο μικρέμπορος από χέρι εξοβελίζεται σε θέση μειονεκτική. Έχοντας, επιπλέον, ν’ αντιμετωπίσει έναν ακόμα μόνιμο βραχνά του στεγασμένου εμπορίου, το παραεμπόριο το οποίο εξακολουθεί ν’ ανθεί παρά τους κατά καιρούς αφειδώλευτους λεονταρισμούς υπουργών και υπουργών περί πάταξης, παραδειγματικής τιμωρίας και λοιπών κενολογιών.
Σ’ ΑΥΤΑ ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ την φορολογία που γίνεται όλο και πιο περίπλοκη, το ενεργειακό κόστος που παραμένει υψηλό, τον αποκλεισμό από χρηματοδοτικά εργαλεία, τα λειτουργικά κόστη που όλο και διογκώνονται και κάτι τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, την οικονομική καχεξία που χαρακτηρίζει το πελατειακό κοινό στο οποίο η πλειονότητα των μικρών εμπορικών μονάδων απευθύνεται.
ΑΝ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ τόσο ζοφερά, τότε έχει μέλλον η μικρή επιχείρηση ή είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη; Αφήνοντας κατά μέρος την αυτονόητη ανάγκη της κρατικής παρέμβασης για την εξισορρόπηση των όρων ανταγωνισμού στην αγορά, θα σταθούμε σε κάτι που πολύ πρόσφατα (σε ημερίδα του Ιδρύματος Ανδρέα Παπανδρέου) ανέλυσε η επίκουρη Καθηγήτρια Μάρκετινγκ του Πανεπιστημίου Πατρών κ. Εύη Χατζοπούλου.
ΠΡΩΤΟΝ, η μετάβαση στο ψηφιακό μάρκετινγκ καθίσταται πια όρος επιβίωσης για την μικρή επιχείρηση. Έτσι θα έρθουν νέοι πελάτες και ν’ ανοίξουν νέες αγορές. Και δεύτερον, η μικρή επιχείρηση έχει κάτι που δεν μπορεί να προσφέρει η πολυεθνική ή η online αγορά: Προσωπική επαφή, αμεσότητα, ανθρώπινος παράγοντας, αυθεντικότητα, όπως λέει η κ. Χατζοπούλου. Άρα, μέλλον υπάρχει αρκεί να «δουλευτεί» συστηματικά και όπως πρέπει.


