Οι πρώτες πληροφορίες για την κάνναβη τοποθετούνται χρονικά πριν περίπου 12.000 χρόνια στα Όρη Αλτάι στην Κεντρική Ασία, ενώ η ιατρική της χρήση εμφανίζεται σε περιοχές όπως η Αίγυπτος, η Κίνα κι η Ελλάδα. Όσο για τη δομή της κύριας ψυχοδραστικής ουσίας του φυτού – τετραϋδροκανναβινόλη (ΤHC)- προσδιορίστηκε για πρώτη φορά στο Ισραήλ τη δεκαετία του 1960, ανοίγοντας το δρόμο για σχετικές έρευνες.

Οι ποικιλίες κάνναβης και σκευασμάτων που κυκλοφορούν σήμερα, εκτιμάται ότι προέρχονται από καλλιέργειες που ξεκίνησαν πριν από περίπου 4.000 χρόνια, στοιχείο που την κατατάσσει ανάμεσα στις παλαιότερες της ανθρωπότητας. Η χρήση της εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο, ως αναισθητικό για χειρουργικές επεμβάσεις, αλλά και για ανακούφιση από τον πόνο. Με το πέρας του χρόνου, η κάνναβη ταξίδεψε σε διάφορα σημεία του πλανήτη, από την Αφρική, στη Νότια Αμερική, μέχρι τη Βόρεια Αμερική. H αυτοκράτειρα της Αυστρίας, Σίσσυ, λέγεται ότι χρησιμοποιούσε κάνναβη για να αντιμετωπίσει τον χρόνιο βήχα και άλλα θέματα υγείας, καθώς ήταν επιφυλακτική με τα φάρμακα και προτιμούσε φυσικές εναλλακτικές. Σταδιακά, όμως, και χάρη στην επιστημονική πρόοδο, η κάνναβη άρχισε να εκτοπίζεται από αναλγητικά φάρμακα και ηρεμιστικά.
Η κάνναβη στην Αμερική
Όπως αναφέρει η Britannica, αναφορές στην καλλιέργεια κάνναβης για υφαντουργικούς σκοπούς καταγράφονται το 1770, ενώ μέχρι το 1800 εκχυλίσματά της χρησιμοποιούνταν για την αντιμετώπιση διαφόρων παθήσεων, καθώς και για την καταπολέμηση του εθισμού σε οπιοειδή, αλλά και τη θεραπεία της λέπρας και της χολέρας. Στα μέσα του 1800, η κάνναβη ήταν η τρίτη μεγαλύτερη καλλιέργεια στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά το βαμβάκι και τον καπνό.
Μετά τη λήξη της ποτοαπαγόρευσης το 1933, το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ναρκωτικών των ΗΠΑ και ο επικεφαλής του και «αρχιτέκτονας» της αμερικανικής πολιτικής κατά των ουσιών αυτών, Χάρι Τζέικομπ Άνσλινγκερ κήρυξε πόλεμο κατά της μαριχουάνας. Υιοθετώντας ρατσιστική ρητορική και στοχοποιώντας κυρίως μειονότητες, ισχυρίστηκε ότι η κάνναβη μπορεί να προκαλέσει βία, παραφροσύνη και ηθική κατάπτωση.

Με τον Νόμο περί Φορολογίας της Μαριχουάνας η κάνναβη τέθηκε υπό τον έλεγχο της αρμόδιας υπηρεσίας, ποινικοποιώντας την κατοχή του φυτού σε όλη τη χώρα. Παρά τα μέτρα, παρέμεινε δημοφιλής στον καλλιτεχνικό κόσμο τις δεκαετίες 1940-50 και διαδόθηκε ανάμεσα σε λευκούς Αμερικανούς τη δεκαετία του 1960, παράλληλα με την άνοδο της κουλτούρας των χίπις και τις διαμαρτυρίες για τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Το 1970, ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον υπέγραψε νομοσχέδιο που καθιστούσε τη μαριχουάνα παράνομη. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε στον Πίνακα Ι μαζί με ουσίες όπως ηρωίνη και LSD, χωρίς αποδεκτή ιατρική χρήση και πιθανότητα κατάχρησης. Αντιθέτως, ουσίες όπως η κοκαΐνη και η μεθαμφεταμίνη καταχωρήθηκαν στον λιγότερο περιοριστικό Πίνακα II. Καθ’ όλη τη δεκαετία του 1980, οι ομοσπονδιακές και πολιτειακές ποινικές κυρώσεις για τη μαριχουάνα έγιναν αυστηρότερες και θεσπίστηκαν ποινές, με τις συλλήψεις για κατοχή να αυξάνονται κατά 882% τη δεκαετία του 1990. Ταυτόχρονα, όμως, οι πολίτες έστρεψαν την προσοχή τους στην ιατρική χρήση της και λίγα χρόνια αργότερα η Καλιφόρνια ήταν η πρώτη που τη νομιμοποίησε για αυτό το σκοπό. Μέχρι το τέλος του 2017, 30 πολιτείες την είχαν ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Τα τελευταία χρόνια, 40 πολιτείες έχουν νομιμοποιήσει τη μαριχουάνα για ιατρική χρήση και 24 πολιτείες για προσωπική χρήση.
Το διάταγμα Τραμπ
Σήμερα, οι περισσότεροι Αμερικανοί ζουν σε μια πολιτεία που τους επιτρέπει να αγοράζουν και να καπνίζουν μαριχουάνα. Σε περαιτέρω χαλάρωση των περιορισμών προχώρησε τον περασμένο Δεκέμβριο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, υπογράφοντας εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο έδωσε εντολή στον Γενικό Εισαγγελέα των ΗΠΑ να «λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα» για την ανακατάταξη της μαριχουάνας από ουσία του Πίνακα Ι σε ουσία του Πίνακα ΙΙΙ σύμφωνα με τον Νόμο περί Ελεγχόμενων Ουσιών (CSA). Ωστόσο, οι Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αντίθετοι, πιέζοντάς τον να αναβάλει το σχέδιο.

Η αλλαγή αυτή δε θα νομιμοποιήσει την κάνναβη, αλλά θα δώσει στη βιομηχανία κάνναβης φορολογική ελάφρυνση δισεκατομμυρίων δολαρίων βελτιώνοντας σημαντικά την κερδοφορία τους, επισημαίνει ο αμερικανικός Τύπος. Παρότι η κίνηση είναι ενθαρρυντική για τη βιομηχανία που η αξία της αποτιμάται στα 32 δισ. δολάρια, η διαδικασία δεν αναμένεται να είναι άμεση. Με την ολοκλήρωσή της, πάντως, η μαριχουάνα θα θεωρείται ανάμεσα στις ουσίες με αποδεκτά ιατρικά οφέλη που εξακολουθούν να έχουν δυναμικό εθισμού, όπως τα στεροειδή και η κεταμίνη.
Ο Λευκός Οίκος τονίζει ότι έτσι οι επιστήμονες θα μελετήσουν την ουσία, και τις δυνατότητές της να θεραπεύει χρόνιο πόνο και άλλες παθήσεις. Για πρώτη φορά σε ομοσπονδιακό επίπεδο, η εντολή σημαίνει ότι η κυβέρνηση αναγνωρίζει επίσημα ότι η μαριχουάνα θα μπορούσε να έχει ιατρική αξία και θα μπορούσε να διευκολύνει την πρόσβαση σε ασφαλή προϊόντα CBD (κανναβιδιόλης) και να μετριάσει τα εμπόδια για καταναλωτές και επιχειρήσεις. Η κατοχή μαριχουάνας εξακολουθεί να θεωρείται παράνομη σύμφωνα με την ομοσπονδιακή νομοθεσία, αλλά η αλλαγή κατηγορίας μειώνει τις ποινικές κυρώσεις και επιτρέπει τη συνταγογράφηση υπό όρους. Η κίνηση του Τραμπ ερμηνεύεται ως υλοποίηση προεκλογικής δέσμευσης για την προσέλκυση νεότερων ψηφοφόρων.
Παθητικό κάπνισμα, μυρωδιά και κατάχρηση
Μερίδα του αμερικανικού Τύπου, ιδίως του συντηρητικού, αντιδρά στη νομιμοποίηση της μαριχουάνας κάνοντας λόγο για ανοχή στη δημόσια χρήση της, τη στιγμή που το κάπνισμα συμβατικού τσιγάρου έχει σε μεγάλο βαθμό απαγορευθεί. Παράλληλα, επισημαίνει τις επιπτώσεις του παθητικού καπνίσματος μαριχουάνας, εστιάζοντας στις μεγάλες ποσότητες τοξικών και καρκινογόνων ουσιών που περιέχονται στον καπνό, καθώς και στην πιθανότητα να επηρεαστούν παιδιά και βρέφη, βιώνοντας ψυχοδραστικές επιδράσεις.
Μεταξύ των προβλημάτων που αναδεικνύονται, εντονότερο φαίνεται να είναι εκείνο της οσμής. Κάτοικοι σε πολλές πολιτείες εκφράζουν παράπονα για την έντονη μυρωδιά που επικρατεί σε αρκετές περιοχές. Σύμφωνα με έκθεση του Manhattan Institute, παρότι το 61% των πολιτών τάσσεται υπέρ της νομιμοποίησης της αγοράς και κατοχής της και το 69% υπέρ της ιδιωτικής χρήσης στις κατοικίες, η πλειονότητα αντιτίθεται στο κάπνισμα σε δημόσιους χώρους, μέσα μαζικής μεταφοράς, εστιατόρια ή κοντά σε σχολεία. Ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Έρικ Άνταμς, είχε τονίσει ότι το κάπνισμα μαριχουάνας θα πρέπει να περιοριστεί σε συγκεκριμένες περιοχές της πόλης, ακριβώς λόγω της οσμής.

Ακόμη και οι New York Times, οι οποίοι εδώ και καιρό υποστηρίζουν τη νομιμοποίησή της, σε πρόσφατο άρθρο τους αναλύουν τις πιθανές συνέπειες της ευρείας χρήσης της. «Δεδομένων των αυξανόμενων βλαβών από τη χρήση μαριχουάνας, οι Αμερικανοί νομοθέτες θα πρέπει να κάνουν περισσότερα για να τη ρυθμίσουν», σημειώνουν τα μέλη της συντακτικής ομάδας στο άρθρο με τίτλο «Ήρθε η ώρα η Αμερική να παραδεχτεί ότι έχει πρόβλημα με τη μαριχουάνα». Η εφημερίδα επικαλείται στοιχεία από την Εθνική Έρευνα για τη Χρήση Ναρκωτικών και την Υγεία, σύμφωνα με τα οποία η νομιμοποίηση έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της χρήσης: περίπου 18 εκατομμύρια Αμερικανοί δηλώνουν ότι τη χρησιμοποιούν σχεδόν καθημερινά τα τελευταία χρόνια, έναντι περίπου έξι εκατομμυρίων το 2012. Παράλληλα, γίνεται λόγος για αύξηση των περιστατικών εθισμού και άλλων προβλημάτων υγείας που συνδέονται με την κατάχρηση, με τουλάχιστον έναν στους 10 καθημερινούς χρήστες να εμφανίζει εξάρτηση παρόμοια με εκείνη του αλκοόλ.
Στο ίδιο άρθρο επισημαίνεται ότι η περιστασιακή χρήση δεν συνιστά μεγαλύτερο πρόβλημα από την κατανάλωση ενός ποτηριού κρασιού ή ενός πούρου, ενώ αναγνωρίζεται η ανακούφιση που βιώνουν ασθενείς με σοβαρά νοσήματα. Ωστόσο, υπογραμμίζεται η ανάγκη για μια νέα προσέγγιση που θα εξισορροπεί την «προσωπική ελευθερία» με τη «δημόσια υγεία». Οι New York Times αναφέρουν ως «μεγαλύτερους νικητές» όχι τους περιστασιακούς καπνιστές, αλλά τις εταιρίες του κλάδου, οι οποίες αναμένεται να αυξήσουν σημαντικά τα κέρδη τους.
Την ώρα που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση φορολογεί το αλκοόλ και τον καπνό, αλλά όχι τη μαριχουάνα, το πρώτο βήμα, σύμφωνα με την εφημερίδα, είναι η χάραξη στρατηγικής που θα προβλέπει τη επιβολή ομοσπονδιακού φόρου και αύξησή του σε πολιτειακό επίπεδο. Δεύτερο βήμα θα μπορούσε να είναι ο περιορισμός στις πιο επιβλαβείς μορφές μαριχουάνας, τη στιγμή που σήμερα βρίσκονται προϊόντα με πολύ υψηλά επίπεδα THC, σε σχέση με το παρελθόν. Τέλος, προτείνεται η λήψη μέτρων για την αυστηρότερη ρύθμιση της ιατρικής χρήσης, καθώς, όπως επισημαίνεται, ορισμένες έρευνες καταδεικνύουν περιορισμένα οφέλη για την υγεία.











