ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Κλείδωσε» η αύξηση του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου κατά 2% από την 1/1 2022

xrimata
«Κλείδωσε» η αύξηση του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου κατά 2% από την 1η Ιανουαρίου 2022. Συγκεκριμένα, ο κατώτατος μισθός από τα 650 ευρώ που είναι σήμερα, θα πάει στα 663 ευρώ, ποσό που μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω ανάλογα με τις τριετίες και την οικογενειακή κατάσταση (καθώς καταβάλλεται επίδομα γάμου).

Το ύψος της αύξησης αποφασίστηκε μετά από διαβούλευση με κοινωνικούς και επιστημονικούς φορείς, ενώ συνυπολογίστηκαν και τα δεδομένα της Οικονομίας. Αναφερόμενος στο θέμα ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Κωστής Χατζηδάκης έκανε λόγο για «συνετή αύξηση, η οποία στηρίζει όσο γίνεται την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας».

ΠΩΣ ΟΡΙΖΕΤΑΙ Ο ΚΑΤΩΤΑΤΟΣ ΜΙΣΘΟΣ

Στην Ελλάδα ο νομοθετημένος κατώτατος μισθός ορίζεται σε ετήσια βάση με απόφαση του υπουργού Εργασίας, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπουργικού συμβουλίου. Της απόφασης προηγείται διαβούλευση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, με την τεχνική και επιστημονική υποστήριξη εξειδικευμένων ερευνητικών φορέων και της Τράπεζας της Ελλάδας, την οποία συντονίζει ειδική τριμελής επιτροπή. Το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), σε συνεργασία με πενταμελή Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων, συντάσσει πόρισμα της διαβούλευσης, το οποίο υποβάλλεται στους υπουργούς Οικονομικών και Εργασίας.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας: το υφιστάμενο σύστημα διασφαλίζει ότι ο κατώτατος μισθός καθορίζεται με οικονομικά ορθολογικό τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέρονται των εχόντων εργασία αλλά και των ανέργων. Επιπλέον, η όλη διαδικασία είναι διαφανής, καθώς οι εκθέσεις, τα πορίσματα και όλο το σχετικό υλικό, δημοσιεύονται.

Παράλληλα, με βάση τα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας υπολογίζεται πως στην Ελλάδα η πραγματική αξία του κατώτατου μισθού αυξήθηκε κατά 1,3%, λόγω του αποπληθωρισμού. Την ίδια στιγμή, περαιτέρω αύξηση της αγοραστικής δύναμης επήλθε από τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων κατά 1,63%.

ΠΩΣ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ Η ΑΥΞΗΣΗ

Δύο στοιχεία έπαιξαν ρόλο –παράλληλα βεβαία με τις απόψεις των φορέων– στον καθορισμό της αύξησης του κατώτατου μισθού: η πορεία της Οικονομίας από το 2019 (οπότε έγινε η προηγούμενη αναπροσαρμογή) και οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη το 2021 και το 2022. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., το ΑΕΠ το 2020 ήταν 6,29% μικρότερο σε σχέση με το 2018, καθώς μεσολάβησε η πανδημία και το «πάγωμα» της οικονομικής δραστηριότητας.

Οι εκτιμήσεις διεθνών και εγχώριων φορέων (Ε.Ε., ΔΝΤ, ΤτΕ) για το 2021 κάνουν λόγο για ανάπτυξη 3,3–4,3%. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων από τη νέα χρονιά σε ποσοστό που αντικατοπτρίζει τις επιδόσεις της Οικονομίας στο μεσοδιάστημα από την προηγούμενη αναπροσαρμογή.

Το ποσοστό 2% συνάδει, επίσης, με το στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τον πληθωρισμό, ενώ λαμβάνει υπόψη την εξέλιξη της παραγωγικότητας. Σημειώνεται ότι οι προβλέψεις των ίδιων φορέων για την ανάπτυξη το 2022 κινούνται μεταξύ 4,2% και 5,3%. Αυτό σημαίνει ότι οι συνθήκες που διαμορφώνονται για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού την επόμενη χρονιά είναι ακόμη πιο ευνοϊκές και ανοίγει «παράθυρο» για περαιτέρω αύξηση (ανάλογα, βέβαια, και με την πορεία της Οικονομίας).

ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Με συλλογικές συμβάσεις εργοδότες και εργαζόμενοι μπορούν να συμφωνούν το ύψος των αμοιβών σε υψηλότερα επίπεδα από τον κατώτατο μισθό. Η πρόβλεψη αυτή περιλαμβάνεται, άλλωστε, ρητά και για τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας στο νόμο για την Προστασία της Εργασίας (4808/2021, άρθρο 97). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, οι βασικοί μισθοί και ημερομίσθια που καθορίζονται με τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ισχύουν για τους εργαζόμενους και εργοδότες των συμβαλλόμενων οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να είναι χαμηλότεροι από το νόμιμο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο.

Να σημειωθεί πως την περίοδο 2012-2019 (σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΜΕΔ) υπεγράφησαν συνολικά 3.166 ΣΣΕ – δηλαδή 398 περισσότερες σε σχέση με την οκταετία 2003-2010 (2.768). Αυτό που συνέβη είναι ότι αυξήθηκε το μερίδιο των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων έναντι των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2003 το 61% του συνόλου των ΣΣΕ είχαν συναφθεί σε επίπεδο επιχείρησης, ενώ το 2019 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 91%.

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΤΕΘΗΚΑΝ

Με διαφορετική οπτική προσήλθαν στο διάλογο για τον κατώτατο μισθό οι κοινωνικοί εταίροι και οι επιστημονικοί φορείς. Ειδικότερα:

  • 1.Το ΚΕΠΕ και ορισμένα μέλη της Επιτροπής των Εμπειρογνωμόνων θεωρούν ότι είναι σκόπιμο η όποια αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού να ανασταλεί έως ότου αποκατασταθεί η κανονικότητα στην Οικονομία και αυτή καταγράψει συστηματικά θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ορισμένα άλλα μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων πρότειναν αύξηση του κατώτατου μισθού σε ποσοστό έως και 4%.

Στα συμπεράσματα της έκθεσης αναφέρεται: «Το ΚΕΠΕ (καθώς και ορισμένα μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων) θεωρούν ότι εφόσον αποκατασταθεί η ομαλότητα στην Οικονομία και αυτή καταγράψει συστηματικά θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης του κατώτατου μισθού. Την τρέχουσα περίοδο με την έντονη αβεβαιότητα που υπάρχει ενώ η Οικονομία ακόμα έχει περιορισμούς στη λειτουργία της και τα μέτρα στήριξης συνεχίζουν να υφίστανται, θεωρούμε ότι δεν είναι σκόπιμο να υπάρξει κάποια επιπλέον διαταραχή στην αγορά εργασίας».

  • 2. Το σύνολο των εργοδοτικών φορέων, συμπεριλαμβανομένων των μικρομεσαίων, τάχθηκαν υπέρ του «παγώματος» του κατώτατου μισθού. Υπέρ του «παγώματος» επίσης, ή πολύ περιορισμένης αύξησης, τάχθηκαν οι επιστημονικοί φορείς, μεταξύ των οποίων η Τράπεζα της Ελλάδας.
  • 3. Η ΓΣΕΕ πρότεινε άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ μηνιαίως (15,5%), με προοπτική περαιτέρω αύξησης στα 809 ευρώ. Να σημειωθεί εδώ πως η Συνομοσπονδία υπογραμμίζει πως το ύψος του κατώτατου μισθού στη χώρα μας και η μόλις 2% αύξηση που ανακοινώθηκε δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να διασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Παράλληλα, τονίζει ότι ο κατώτατος μισθός βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους.

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Μεταξύ των 21 κρατών-μελών της Ε.Ε. που έχουν νομοθετημένο κατώτατο μισθό, η Ελλάδα βρίσκεται στη μέση της κατάταξης (11η με βάση τον ονομαστικό και 13η με βάση τα Ισοδύναμα Αγοραστικής Δύναμης). Οι 18 από αυτές τις χώρες προχώρησαν σε ονομαστική αύξηση απο τον Ιανουάριο του 2020 μέχρι το Μάρτιο του 2021.

Με βάση τα στατιστικά στοιχεία, σε 9 χώρες η αύξηση υπερέβη το 2%, αν λάβουμε υπ’ όψιν τον πληθωρισμό και τη συναλλαγματική ισοτιμία (για τις χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωζώνης). Σε 6 χώρες η πραγματική αύξηση ήταν μικρότερη της μίας ποσοστιαίας μονάδας και σε μία χώρα ο πραγματικός κατώτατος μισθός μειώθηκε.

Η πλειονότητα των χωρών με σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού είναι μικρές και «ανοικτές» Οικονομίες που είχαν έντονη αναπτυξιακή δυναμική πριν την πανδημία και επλήγησαν πολύ λιγότερο από αυτήν. Επίσης στις δύο χώρες με την υψηλότερη ποσοστιαία αύξηση (Λετονία, Σλοβενία) εφαρμόστηκαν αποφάσεις που είχαν ληφθεί πολύ πριν από την πανδημία.

Να σημειωθεί εδώ πως το σύστημα του ορισμού του κατώτατου μισθού από την κυβέρνηση, μετά από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, είναι το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο διεθνώς. Σε σχετική μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας για λογαριασμό του υπουργείου Εργασίας αναφέρεται ότι το 56% των χωρών ορίζουν τον κατώτατο μισθό με το συγκεκριμένο σύστημα, ενώ μόνο 14% αποκλειστικά με συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Σε 13 από τις 21 χώρες της Ε.Ε. που έχουν νομοθετημένο κατώτατο μισθό οι κοινωνικοί εταίροι συμμετέχουν σε διαδικασίες διαβούλευσης αλλά η κυβέρνηση, τελικά, αποφασίζει. Παράλληλα, σε άλλες τρεις χώρες η κυβέρνηση έχει τον τελευταίο λόγο σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων αποτύχουν.

You may also like

Comments are closed.