ΜΟΝΙΜΗ ΕΠΩΔΟΣ στους ανά την επικράτεια καφενέδες, όπως θα έγραφε σε μια άλλη εποχή στο «Βήμα» του Λαμπράκη ο Χάρης Μπουσμπουρέλης, τα γεμάτα ξενοδοχεία, οι γεμάτες ταβέρνες, τα μποτιλιαρίσματα στις εθνικές οδούς κατά τις μέρες του Πάσχα και γενικώς σε κάθε μεγάλη γιορτή. Άρα, λεφτά υπάρχουν, λέει το «καφενείο». Κόντρα στην εθιμική γκρίνια της άδειας τσέπης.
ΟΜΩΣ, ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΛΕΦΤΑ; Θα πούμε ξανά αυτό που έχουμε ξαναπεί, κόντρα στον ισοπεδωτικό μανιχαϊσμό των καφενείων. Υπάρχουν κάποιοι που έχουν λεφτά και αναζητούν αφορμές να καταναλώσουν, όπως οι αργίες και τα σαββατοκύριακα, και υπάρχουν και εκείνοι που με τεράστια δυσκολία και στερούμενοι πολλά τα φέρνουν βόλτα.
ΕΡΩΤΗΜΑ: ΠΟΣΟΙ είναι οι μεν και πόσοι οι δε; Απάντηση: Το έχουν πει ειδικότεροι ημών, οι στατιστικολόγοι της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας ή Αρχής οι οποίοι δεν επηρεάζονται, δεν χαλκεύουν στοιχεία και δεν ερμηνεύουν κατά το δοκούν την αδιάσειστη αλήθεια των αριθμών.
ΤΙ ΛΕΕΙ, ΛΟΙΠΟΝ, Η EUROSTAT; Κρατείστε δυο ποσοστιαίες αναλογίες που εξηγούν τα πάντα, ακόμα και την εικόνα της δημοσκοπικής υπεροχής της Νέας Δημοκρατίας. Λοιπόν, οι Έλληνες οι οποίοι εκτιμούν -υποκειμενικά- πως είναι φτωχοί ανέρχονται στο 67%. Πρόκειται -και μάλιστα με μεγάλη διαφορά- για το μεγαλύτερο ποσοστό φτωχών, κατά τον δικό τους αυτοπροσδιορισμό, στην Ευρώπη.
ΔΕΙΤΕΤΩΡΑΑΝΑΠΟΔΑ τα μεγέθη. Το 33% των Ελλήνων θεωρεί ότι ζει καλά, ότι κερδίζει, ότι τα οικονομικά του βελτιώνονται. Ή έστω βαίνουν βελτιούμενα. Στεκόμαστε στην στατιστική απεικόνιση αλλά δεν μπορούμε ν’ αντισταθούμε στον πειρασμό.
ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΣΜΟ ΠΟΥ λέει ότι η τρέχουσα πολιτική συνθήκη διευρύνει τα ανισότητες, παγιώνει την κοινωνία των φτωχών ή έστω στερούμενων βασικών αγαθών και υπηρεσιών δυο τρίτων και του εύπορου 33% το οποίο δεν έχει τον παραμικρό δισταγμό να παραδεχθεί στα τηλεφωνήματα που δέχεται απ’ τους δημοσκόπους ότι οικονομικά τα πάει περίφημα.
ΜΕ ΜΙΑ ΦΡΑΣΗ. Το 33% των Ελλήνων γεμίζει ξενοδοχεία, ταβέρνες, μπουζουκομάγαζα και εθνικές οδούς και το υπόλοιπο 67% περιμένει τις εκπτώσεις (φωτογραφία) για να ψωνίσει, επιβιώνοντας στον αστερισμό του affordability.
ΞΕΝΙΚΟΣ ΟΡΟΣ, δυσκολομετάφρα στος στα ελληνικά, τον οποίο επινόησε και εισήγαγε στη δημόσια σφαίρα το κόμμα των Φιλελευθέρων (Liberals) του Καναδά, κάτι σαν το δικό μας ΠΑΣΟΚ… Μια απόπειρα μετάφρασης οδηγεί στο εξής αποτέλεσμα: Επιβιωσιμότητα (sic) ή αντοχή σε μια πολυμέτωπη οικονομική επίθεση.
ΟΙ ΕΠΤΑ ΣΤΟΥΣ ΔΕΚΑ δεν είχαμε εισόδημα να πάμε διακοπές το Πάσχα. Ούτε την πολυτέλεια να σχεδιάζουμε πως θα περάσουμε τη μεθεπόμενη εβδομάδα την Πρωτομαγιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού που έχει την οικονομική άνεση να ζήσει την έκρηξη της άνοιξης ξυπνώντας στα Καλάβρυτα, στο Πήλιο, στην Αράχωβα ή ατενίζοντας τα νερά του Ιόνιου ή του Αιγαίου.
ΟΙ ΑΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ καφενέδες, την επόμενη φορά, ας το λάβουν υπόψη.


