– Η δικογραφία θα σπάσει κάθε ρεκόρ όγκου · Ο σχετικός φάκελος που έχει σχηματιστεί έχει γεμίσει δύο κιβώτια μεγάλων διαστάσεων και θα καταλήξει υπερδιπλάσιος μετά την προσθήκη και όσων παραχωρούσαν τους λογαριασμούς τους έναντι αμοιβής
| του Αχιλλέα Ροδίτη
Η υπόθεση του παράνομου στοιχήματος στην Πάτρα δεν περιορίζεται στην ταυτοποίηση των 43 μελών που κατά τις Αρχές «αποκόμισαν παράνομο όφελος άνω του 1,5 εκατ. ευρώ» με το κύκλωμα να δρα τουλάχιστον από το 2020. Επεκτείνεται ευρύτερα με σκοπό να φθάσει ακόμα και στα «τρίτα» πρόσωπα που παραχώρησαν τους λογαριασμούς τους προκειμένου τα μέλη του κυκλώματος να στοιχηματίζουν μέσω των δικών τους προφίλ.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Πολιτείας», ο Εισαγγελέας που έχει αναλάβει την υπόθεση παρήγγειλε στο αρμόδιο τμήμα της Ασφάλειας Πατρών τη συνέχιση της έρευνας σε βάθος και τον σχηματισμό συμπληρωματικής δικογραφίας στην οποία ζήτησε να εντοπιστούν και να ενταχτούν και τα συγκεκριμένα άτομα.
1.000 ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΟΙ
ΠΟΥ ΕΔΙΝΑΝ ΠΡΟΦΙΛ!
Αστυνομικές πηγές μιλούν για έναν τεράστιο αριθμό συμπολιτών από την Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή, προσδιορίζοντας μάλιστα το νούμερο σε σχεδόν 1.000 εμπλεκόμενους οι οποίοι άπαντες θα αντιμετωπίσουν διώξεις σε βαθμό πλημμελήματος. Η δικογραφία αναμένεται να σπάσει κάθε ρεκόρ όγκου αφού ήδη ο σχετικός φάκελος που έχει σχηματιστεί και παραπεμφθεί στη Δικαιοσύνη, αποτελούμενος από πολλές χιλιάδες σελίδες, έχει γεμίσει δύο κιβώτια μεγάλων διαστάσεων και θα καταλήξει να είναι υπερδιπλάσιος μετά την προσθήκη και των συγκεκριμένων ονομάτων και όλων των στοιχείων που θα συγκεντρωθούν.
Πρακτικά η κατηγορία που θα τους βαρύνει θα είναι ότι ενώ γνώριζαν τον ύποπτο και παράνομο σκοπό των εμπλεκομένων στο κύκλωμα, αδιαφόρησαν και έναντι αμοιβής δέχθηκαν να εκχωρήσουν τους λογαριασμούς τους προκειμένου εκείνοι να στοιχηματίζουν δημιουργώντας την ψευδή εντύπωση μοναδικών χρηστών, με σκοπό να καρπώνονται τα στοιχηματικά bonus.
Πρόκειται για συμπολίτες που προσεγγίζονταν από «στρατολογητές» και εισέπρατταν χρηματικά ποσά της τάξης των 500, 600 ή και 700 ευρώ, που δίνονταν είτε χέρι με χέρι είτε μέσω αφανών διαδικασιών (revolut κλπ), επιτρέποντάς τους να κάνουν χρήση του λογαριασμού τους (από άλλη ηλεκτρονική διεύθυνση) και να ποντάρουν.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, κάποιοι συμφωνούσαν αντί για τις εφάπαξ αμοιβές, να εισπράττουν ποσοστά επί των κερδών –όταν αυτά υπήρχαν- ή με αντάλλαγμα να πάρουν πρόσθετη αμοιβή (από 200 έως 300 ευρώ για κάθε νέο «πελάτη») έμπαιναν στη διαδικασία να γίνουν «στρατολογητές» κι εκείνοι, βρίσκοντας άλλους ενδιαφερόμενους που τους έπειθαν να παραχωρήσουν τα προφίλ τους για τον ίδιο σκοπό.
ΣΤΟΧΟΣ ΤΟ…
«ΜΕΓΑΛΟ» ΚΥΚΛΩΜΑ
Η υπόθεση της Πάτρας ωστόσο έχει ακόμα πιο «βαθύ» ενδιαφέρον καθώς δεν αποκλείεται να οδηγήσει και σε «υψηλότερες» οργανώσεις ξεπλύματος βρώμικου χρήματος. Για κάποιους δε, αυτός είναι και ο απώτερος στόχος των διωκτικών Αρχών. Σε μια προσπάθεια, δηλαδή, μέσα από την παρούσα έρευνα να εντοπιστούν «δίαυλοι» με μεγαλύτερα κυκλώματα της πρωτεύουσας που «αγόραζαν» λογαριασμούς «τρίτων» προσώπων (εν αγνοία τους) και στοιχημάτιζαν υπέρογκα ποσά (των 30.000 έως και 50.000 ευρώ) χρησιμοποιώντας το όνομά τους.
ΠΩΣ ΓΙΝΟΤΑΝ
Αυτό που έκαναν οι εμπλεκόμενοι ήταν να εκμεταλλεύονται το «λάθος» των εταιρειών ή τον ελάχιστο χρόνο μερικών δευτερολέπτων που μεσολαβούσε μεταξύ κάποιου γκολ για παράδειγμα, κατά τον οποίο οι εταιρείες δεν είχαν προλάβει να διορθώσουν την απόδοση. Πρόκειται για το λεγόμενο «Arbitrage Betting», (γνωστό και ως «Arbing» ή «Sure Bets»), που είναι μια τεχνική όπου ο παίκτης εκμεταλλεύεται τις διαφορές στις αποδόσεις που προσφέρουν διαφορετικές στοιχηματικές εταιρείες για το ίδιο γεγονός (τον ίδιο ποδοσφαιρικό αγώνα).
Ποντάροντας σε όλα τα πιθανά αποτελέσματα σε διαφορετικές εταιρείες, μπορούσαν να εξασφαλίσουν ένα μαθηματικά εγγυημένο κέρδος, ανεξάρτητα από το ποιος θα κερδίσει τον αγώνα. Πρακτικά, έκαναν την εξής διαδικασία: παρακολουθούσαν διαρκώς και συστηματικά τις αποδόσεις των εταιρειών και έβρισκαν έναν αγώνα όπου οι αποδόσεις των εταιρειών διέφεραν σημαντικά. Χρησιμοποιούσαν έναν υπολογιστή arbitrage για να βρουν τα ακριβή ποσά πονταρίσματος, τοποθετούσαν τα στοιχήματα ταυτόχρονα και στις δύο (ή περισσότερες) εταιρείες κι έτσι είχαν εξασφαλισμένο το κέρδος όποιο κι αν θα ήταν το αποτέλεσμα.
Το πρόβλημα ήταν ότι οι τεχνικές αυτές εντοπίζονταν εύκολα από τις εταιρείες οι οποίες προχωρούσαν σε αποκλεισμό του λογαριασμού, (το λεγόμενο «Gubbing»). Έτσι, οι «παίκτες» έπρεπε να είχαν όσους περισσότερους λογαριασμούς στη διάθεσή τους για να μπορούν να έχουν ευελιξία και να συνεχίζουν να παίζουν. Και τους εξασφάλιζαν μέσω των «τρίτων» προσώπων.
Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ:
«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ»
Βέβαια, για την περίπτωση των εμπλεκομένων που στοιχημάτιζαν ο ισχυρισμός που προβάλλεται είναι ότι «δεν υφίσταται» ή «δεν αποδεικνύεται» παράνομη πράξη, ειδικά από τη στιγμή που δεν υπάρχει καμία νομοθετική διάταξη που να προβλέπει μια ανάλογη ενέργεια και να την προσδιορίζει ρητά κι αυτολεξεί. Είναι απλά μια τακτική που, όπως επισημαίνεται, γνωρίζουν οι στοιχηματικές εταιρείες πως συμβαίνει εις βάρος τους, όμως δεν έχει περιγραφεί από τον Νομοθέτη. Και το σημαντικότερο; Για το κράτος δεν υπάρχει απώλεια αφού ο ΦΠΑ καταβαλλόταν κανονικά στο ελληνικό δημόσιο. Συνεπώς, κατά το επιχείρημα αυτό, δεν μπορεί να σταθεί πουθενά η κατηγορία.
Ακόμα πιο «εύκολα» περιγράφονται τα πράγματα για την δεύτερη κατηγορία εμπλεκομένων, («τρίτων» προσώπων), που παραχωρούσαν τα προφίλ τους. Έγκριτοι νομικοί εκτιμούν πως μια τέτοια κατηγορία θα «πέσει» στο κενό εφόσον αφενός δεν μπορεί να αποδειχθεί η όποια συναλλαγή, αφετέρου (και κυριότερα) δεν υπάρχει Νόμος που να ορίζει απαγόρευση παραχώρησης ενός λογαριασμού σου, παρά μόνον αποτελεί «όρο» των εταιρειών στοιχημάτων που απλώς παραβιάζεται.
ΑΧΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ / ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ












