ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΠΟΛΙΤΕΙΑ

Πώς οι ελληνικές τράπεζες έγιναν ξανά ελκυστικές για τους επενδυτές

shutterstock 1715043244 2048x899 1

Έπειτα από μία μακρά περίοδο επενδυτικής ανομβρίας, στη διάρκεια της οποίας οι συστημικοί όμιλοι πάλευαν να τακτοποιήσουν τα του οίκου τους, πλέον ο κλάδος αποτελεί και πάλι μαγνήτη, προσελκύοντας στρατηγικούς επενδυτές πρώτης γραμμής και μερικά από τα μεγαλύτερα «επενδυτικά σπίτια», με πιο μακροπρόθεσμο προφίλ. Στα ραντάρ των επενδυτών, Ελλήνων, αλλά κυρίως ξένων, πολλοί από τους οποίους είχαν συνειδητά επιλέξει να απέχουν τα τελευταία χρόνια εν γένει από την ελληνική αγορά και συγκεκριμένα από τον χρηματοπιστωτικό κλάδο, ξαναμπαίνουν οι εγχώριες τράπεζες, σφραγίζοντας με τον πλέον εμφατικό τρόπο την επιστροφή τους στην κανονικότητα.

 

Οι χαμηλές -συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο- αποτιμήσεις των τεσσάρων συστημικών ομίλων, με τις κεφαλαιοποιήσεις να διαμορφώνονται στα 6,06 δισ. ευρώ για τη Eurobank, 5,66 δισ. ευρώ για την Εθνική Τράπεζα, 3,86 δισ. ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς και 3,55 δισ. ευρώ για την Alpha Bank, σε συνδυασμό με τα εντυπωσιακά οικονομικά τους μεγέθη, με έμφαση στα έσοδα από τόκους και τα κεφάλαια που θα διατηρηθούν υψηλά και τον επόμενο χρόνο, διαμορφώνουν το πλαίσιο που καθιστά ελκυστικές τις τραπεζικές μετοχές.

 

Πιο αναλυτικά, την αλλαγή του κλίματος που πιστοποίησαν πρώτοι οι διεθνείς οίκοι, προχωρώντας αρχικά στην αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας σε καθεστώς επενδυτικής βαθμίδας και εν συνεχεία των τραπεζών, σηματοδότησε το deal της Alpha Bank με τη UniCredit. Η απόφαση του ιταλικού ομίλου, που έχει παρουσία σε 13 χώρες, ισολογισμό άνω των 800 δισ. ευρώ και περισσότερους από 15 εκατομμύρια πελάτες, να επενδύσει στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, αγοράζοντας από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) το 9% της Alpha Bank, μονοπώλησε την επικαιρότητα, καθώς επρόκειτο για την πρώτη επένδυση ξένης τράπεζας μετά από 17 χρόνια.

 

Η συνέχεια αφορούσε την Εθνική Τράπεζα και το άκρως επιτυχημένο placement του 22% των μετοχών που, επίσης, κατείχε το ΤΧΣ. Σύμφωνα με την τράπεζα, η συναλλαγή προσέλκυσε ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον εντός κι εκτός Ελλάδας, με τη συνολική ζήτηση να υπερκαλύπτει τις προσφερόμενες μετοχές κατά οκτώ φορές (2,9 φορές στην Ελλάδα και 8,9 φορές στο εξωτερικό). Στην ελληνική δημόσια προσφορά το ενδιαφέρον μοιράστηκε ισομερώς ανάμεσα σε θεσμικούς και ιδιώτες επενδυτές, ενώ πλέον των 2/3 της διεθνούς προσφοράς καλύφθηκε από επενδυτές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα (long only funds). Επιπλέον, 61% των μετοχών κατανεμήθηκε σε επενδυτές από την Ευρώπη, 33% από τις ΗΠΑ και το υπόλοιπο 6% από λοιπές χώρες. Υπενθυμίζεται ότι μεταξύ εκείνων που έδωσαν το «παρών» στο placement ξεχωρίζουν οι Lazard, Blackrock, Helikon και Fiera Capital, χωρίς, ωστόσο, το ποσοστό συμμετοχής τους να ξεπερνά το 1%.

 

Τα παραπάνω στοιχεία ως προς την κατανομή των νέων μετοχών της ΕΤΕ δημιουργεί βάσιμη αισιοδοξία στην αγορά ότι στα επόμενα «πακέτα» μετοχών που θα διαθέσει -πιθανότατα το 2024- το Ταμείο (27% στην Τράπεζα Πειραιώς και περίπου 18% στην ΕΤΕ), το μείγμα των επενδυτών θα είναι εξίσου ποιοτικό, ως απόρροια αφενός της ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας από όλους τους οίκους και αφετέρου των αλλαγών στον MSCI.

 

Το θετικό κλίμα που επικρατεί στις τάξεις των επενδυτών για τις ελληνικές τράπεζες αναμένεται να επιβεβαιωθεί και στο event που διοργανώνει αρχές της προσεχούς εβδομάδας και για δεύτερη χρονιά η Morgan Stanley, με τη συμμετοχή του ίδιου του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Μία πρώτη γεύση, πάντως, του αέρα αλλαγής έδωσε το πρόσφατο report της JP Morgan, το οποίο αναφέρεται στις συζητήσεις που έγιναν με Αμερικανούς επενδυτές σε Νέα Υόρκη και Βοστόνη. «Η πλειονότητα είχε ήδη επενδύσει στις ελληνικές τράπεζες, ενώ όσοι ακόμη δεν κατείχαν μετοχές εμφανίστηκαν πρόθυμοι να το πράξουν στο μέλλον», αναφέρει χαρακτηριστικά.

 

 

Ουρά και για τις ομολογιακές εκδόσεις

Στο μεταξύ, ζωηρό είναι το ενδιαφέρον -ιδίως των ξένων- και για τα ομόλογα που εκδίδουν οι τράπεζες, με στόχο την κάλυψη των ελάχιστων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (Minimum Requirements for Own Funds and Eligible Liabilities – MREL) έως και το τέλος του 2025. Μολονότι πρόκειται για διαφορετικό μείγμα επενδυτών σε σύγκριση με εκείνους που τοποθετούνται στις τραπεζικές μετοχές, εντούτοις οι… ουρές για τις ομολογιακές εκδόσεις πιστοποιούν την εμπιστοσύνη στις προοπτικές τόσο του κλάδου όσο και συνολικά της χώρας.

 

Για παράδειγμα, στο senior preferred, ύψους 500 εκατ. ευρώ, που εξέδωσε στις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας η Eurobank, οι ξένοι επενδυτές αντιπροσώπευαν περίπου το 70% της έκδοσης, με τη συμμετοχή να είναι σημαντική τόσο από το Ηνωμένο Βασίλειο (25%) όσο και από τη Γαλλία (16%). Σε ό,τι αφορά τους επενδυτές, το 61% κατανεμήθηκε σε διαχειριστές κεφαλαίων (asset managers), το 25% σε τράπεζες και τράπεζες ιδιωτών (private banks) και το 6% σε οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων (hedge funds).

 

Η πλήρης ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, δε, αναμένεται να ανοίξει περαιτέρω τη βεντάλια των επενδυτών, οι οποίοι αν και επιθυμούν να τοποθετηθούν στην ελληνική αγορά, εντούτοις δεν έχουν τη δυνατότητα λόγω χαμηλότερης διαβάθμισης. Το όφελος, μάλιστα, εκτιμάται πως θα είναι μεγαλύτερο στην περίπτωση των κεφαλαίων κατηγορίας 1 (Additional Tier 1 -ΑΤ1) και 2 (Tier 2) που οι τράπεζες εξετάζουν για το 2024.

 

You may also like

Comments are closed.