Μια εξαιρετικά ασυνήθιστη κατάσταση βιώνει η Ρωσία, μια χώρα παραδοσιακά αυτάρκης σε καύσιμα με ισχυρό εξαγωγικό προφίλ, καθώς οι ουρές στα βενζινάδικα έχουν γίνει πλέον καθημερινότητα.
Η ρίζα του προβλήματος δεν είναι οικονομική, αλλά στρατιωτική και πολιτική, καθώς οι συνεχιζόμενες επιθέσεις με drones έχουν πλήξει καίρια μεγάλα διυλιστήρια της χώρας που ειδικεύονταν στην παραγωγή βενζίνης.
Για την αντιμετώπιση της κρίσης, η Μόσχα εφαρμόζει ένα πακέτο έκτακτων μέτρων, το οποίο εστιάζει σε δύο βασικούς πυλώνες: την αυστηρή απαγόρευση των εξαγωγών και, για πρώτη φορά στην ιστορία της, τις μαζικές εισαγωγές καυσίμων.
Το «μπλόκο» στις εξαγωγές και το ράλι στις διεθνείς τιμές
Η ρωσική κυβέρνηση επέβαλε απαγόρευση εξαγωγών βενζίνης στις 2 Απριλίου, ενώ για το ντίζελ το μέτρο εφαρμόστηκε στις 8 Ιουλίου με ισχύ έως το τέλος του μήνα.
Η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για το ντίζελ οφείλεται στο ότι η Ρωσία παράγει πολύ μεγαλύτερες ποσοτήτες από αυτές που καταναλώνει, σε αντίθεση με τη βενζίνη όπου η εγχώρια ζήτηση είναι οριακή με την παραγωγή.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε άμεσα παγκόσμιο σοκ, στέλνοντας τις διεθνείς τιμές του ντίζελ σε υψηλά πολλών ετών. Η Ρωσία αποτελούσε τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα ντίζελ παγκοσμίως (μετά τις ΗΠΑ), καλύπτοντας το 11% της παγκόσμιας αγοράς με περίπου 800.000 βαρέλια ημερησίως.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα χώρες όπως η Βραζιλία, η Τουρκία και κράτη της Αφρικής, που αποτελούσαν τους βασικούς αγοραστές της.
Ιστορικό παράδοξο: Εισαγωγές βενζίνης με κρατική επιδότηση
Το πλέον αξιοσημείωτο μέτρο είναι η απόφαση της Ρωσίας να εισάγει βενζίνη. Η κυβέρνηση προχώρησε σε νομοθετικές αλλαγές, δίνοντας κίνητρα στις πετρελαϊκές εταιρείες να αγοράζουν καύσιμα από τη Λευκορωσία, την Ινδία και την Κίνα.
Μάλιστα, η Ινδία και η Κίνα αποτελούν τους μεγαλύτερους αγοραστές του ρωσικού αργού πετρελαίου, το οποίο τώρα επιστρέφει στη Ρωσία ως επεξεργασμένη βενζίνη.
Επειδή όμως οι διεθνείς τιμές της βενζίνης είναι σημαντικά υψηλότερες από τις εγχώριες ρωσικές, το κράτος θεσμοθέτησε έναν μηχανισμό αποζημίωσης για τους εισαγωγείς. Το δημόσιο θα καλύπτει τη διαφορά της τιμής, ώστε η εισαγόμενη βενζίνη να πωλείται στις ρωσικές αντλίες σε φυσιολογικές τιμές, αποτρέποντας μια κοινωνική έκρηξη.
Από γεωγραφική άποψη, οι εισαγωγές από την Ινδία κατευθύνονται στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας για να καλύψουν τις ανάγκες του ευρωπαϊκού τμήματος της Ρωσίας, ενώ οι εισαγωγές από την Κίνα προορίζονται για την Άπω Ανατολή.
Το σχέδιο για «μίνι διυλιστήρια» και το κόστος
Στο τραπέζι των συζητήσεων με τον Ρώσο πρόεδρο έπεσε και η ιδέα της δημιουργίας ενός δικτύου μίνι διυλιστηρίων σε όλη τη χώρα. Το βασικό τους πλεονέκτημα είναι ότι, λόγω μεγέθους και διασποράς, είναι πολύ πιο δύσκολο να στοχοποιηθούν από drone σε σχέση με τις υφιστάμενες μεγάλες εγκαταστάσεις.
Ωστόσο, το σχέδιο αυτό κρίνεται μη εφαρμόσιμο για την άμεση αντιμετώπιση της παρούσας κρίσης, καθώς η κατασκευή μίας τέτοιας μονάδας απαιτεί τουλάχιστον έξι έως δώδεκα μήνες, ενώ ένα ολόκληρο δίκτυο θα χρειαζόταν χρόνια για να ολοκληρωθεί.
Επιπλέον, το οικονομικό κόστος είναι δυσβάσταχτο για τον ήδη επιβαρυμένο προϋπολογισμό, καθώς ένα μίνι διυλιστήριο κοστίζει 3-6 δισεκατομμύρια ρούβλια, ενώ ένα δίκτυο χωρητικότητας ενός εκατομμυρίου τόνων εκτιμάται στα 150-300 δισεκατομμύρια ρούβλια (περίπου 1,67 έως 3,35 δισ. ευρώ).
Πότε αναμένεται εκτόνωση της κρίσης
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η κατάσταση στην αγορά καυσίμων θα αρχίσει να ομαλοποιείται προς το φθινόπωρο, λόγω της φυσιολογικής εποχιακής μείωσης της κατανάλωσης κατά τους χειμερινούς μήνες.
Παράλληλα, οι εργασίες αποκατάστασης στα κατεστραμμένα διυλιστήρια προχωρούν και απαιτούν από μερικές εβδομάδες έως μήνες. Ωστόσο, το μεγάλο αγκάθι παραμένει η στρατιωτική προστασία των υποδομών αυτών από μελλοντικά πλήγματα, ένα ζήτημα που ξεφεύγει από τις αρμοδιότητες των οικονομολόγων.
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης


