ΑΠΟΨΕΙΣ

Σεισμοί στη Δυτική Ελλάδα στα χρόνια της Επανάστασης

oruevhfteh61dc9b504f4d6 750x430 1
Του Κυριάκου Δ. Σκιαθά εκπαιδευτικού αναλυτή – συγγραφέα
Στις 17 Δεκεμβρίου 1820, την ημέρα που ετοιμάζονταν οι Ζακυνθινοί να γιορτάσουν τον Άγιο Διονύσιο, καταστρεπτικός σεισμός έπληξε το νησί και την ευρύτερη περιοχή.

Από το σεισμό γκρεμίστηκαν ολοκληρωτικά 80 σπίτια και περίπου 800 αχρηστεύτηκαν. Οι ανθρώπινες απώλειες έφτασαν τις 8 (6 σκοτώθηκαν και 2 πνίγηκαν από τις πλημμύρες που ακολούθησαν) και τραυματίστηκαν 29 άτομα.

 

tvpowdeihv61dc9b05eae23

Τον Μάρτιο του 1821 ο Εγκέλαδος επισκέφτηκε και πάλι τη Δυτική Ελλάδα με καταστρεπτικά αποτελέσματα, για τις πόλεις της Ζακύνθου, του Πύργου και του Λάλα. Η εφημερίδα Ελληνικός Τηλέγραφος, (27 Μαρτίου 1821) στην ενότητα Σύμμικτα αναφέρει «Ο σεισμός γης, όστις επροξένησε νεωστί, καθώς εσημειώσαμεν, πολλήν βλάβην εις την νήσον της Ζακύνθου, έγινεν επαισθητός και εις τον Μωρέαν, ώστε η πόλις Λάλα κατεστράφη, καθώς άδεται, διόλου και εφονεύθησαν πλέον ή 300 άνθρωποι, άλλαι δε πόλεις και χωρία κατηφανίσθησαν και πολλοί εφονεύθησαν. Εν μόνη τη πόλει Πύργος εκρημνίσθησαν 3000 οσπίτια, και εκινδύνευον να πέσωσι και τα λοιπά. Ο σεισμός διήρκεσε πολλάς ημέρας, και εις καθένα τούτων ηκολούθησαν εις διαφόρους ώρας σφοδροί κλονισμοί.»

Σε απόσπασμα του περιοδικού Gentlemen’s Magazine στο τεύχος Απριλίου του 1821 αναφέρεται ότι «η κωμόπολη του Λάλα καταστράφηκε ολοσχερώς και πάνω από 500 κάτοικοι θάφτηκαν κάτω από τα ερείπια…πολλές άλλες πόλεις και χωριά εξαφανίστηκαν από προσώπου γης και ένας μεγάλος αριθμός ανθρωπίνων ζωών χάθηκε. Στην πόλη του Πύργου, 300 σπίτια κατέρρευσαν. Ο σεισμός [δηλ. οι μετασεισμοί] επέμεινε για αρκετές ημέρες, καθώς ο ένας ακολουθούσε τον άλλον μέσα σε λίγες ώρες».

Αποτέλεσμα αυτής της σεισμικής ακολουθίας ήταν οι σεισμοί που έγιναν στην Πάτρα. Στις 2 Απριλίου 1821, από τις πέντε το πρωΐ, σεισμικές δονήσεις καταγράφηκαν 10 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Πάτρας.

3 Απριλίου 1821, τις πρωινές ώρες που ο Γιουσούφ πασάς εισέβαλε με τους στρατιώτες του στην Πάτρα δυνατός σεισμός συγκλόνισε την πόλη. «Εκείνην την νύκτα κατά την 3 ην πρωινήν ώραν, έγινε δυνατός σεισμός και όλοι, και οι πολιορκούντες και οι πολιορκούμενοι, ήσαν αναστατωμένοι», σημειώνει ο Διονύσιος Κόκκινος. Το 1822, ο Ληξουριώτης λαογράφος-ιστοριοδίφης Η.Τσιτσέλης, αναφέρει ότι συνέβησαν τη χρονιά αυτή σεισμοί που προκάλεσαν μεγάλες ζημιές στην Κεφαλονιά. Στα Ελληνικά Χρονικά Έτος Α΄, αριθ. 13, στις 13 Φεβρουαρίου 1824 αναφέρεται: «Μεσολόγγιον, 10 Φεβρουρίου. Το εσπέρας περί τας τρείς ώρας ησθάνθημεν σφοδρότατον σεισμόν, όστις διήρκεσε τέσσαρα δεύτερα λεπτά, εκτεινόμενος από μεσημβρίας προς άρκτον. Κατά την αυτήν στιγμήν το θερμόμετρον εξέπεσεν από τους 50 βαθ. (Fahr) μέχρι των 39 [10 μέχρι περίπου 4 βαθ. (Cel) αντίστοιχα]». Σε μισοτελειωμένη επιστολή του άρρωστου Byron στο Μεσολόγγι, προς την ετεροθαλή αδελφή του Augusta (τη βρήκε ο φίλος του Trelawny στα έγγραφα του) αναφέρεται: «…Αλλά δε θα σε ταλαιπωρήσω με την πολιτική, τους πολέμους ή τους σεισμούς -αν και είχαμε ένα τέτοιο πριν από τρείς νύχτες, μάλλον δυνατούτσικο […]αφού κανείς δεν έπαθε τίποτα εκτός από εκείνους που στριμώχτηκαν να βγουν πρώτοι-πρώτοι από πόρτες ή παράθυρα…»

Στις 7/19 Ιανουαρίου 1825 ισχυρός σεισμός μεγέθους 6,7 (ή 6,5) βαθμών της κλίμακας Richter έπληξε την πόλη της Λευκάδας και τα περισσότερα χωριά του νησιού, προξενώντας τεράστιες καταστροφές και ανθρώπινες απώλειες. Η σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή ήταν μία από τις αιτίες για να συντομεύσει τις εργασίες της η Συνέλευση των αγωνιστών, που λάμβανε χώρα στο Μεσολόγγι, όπως αναφέρεται στα Ελληνικά Χρονικά, Έτος Β’, αριθ. 3, Μεσολόγγιον 10 Ιανουαρίου 1825: «Δεν είναι έξω του προκειμένου να προσθέσωμεν ότι η επιθυμία του να ελαφρωθή το Ανατολικόν από το βάρος των στρατευμάτων, η παραμονή επισήμων εορτών, και ο επισυμβάς φοβερός σεισμός έκαμαν να διαλυθή ογλίγωρα η Συνέλευσις, και να γίνουν τόσον άτακτα τα πρακτικά της τελευταίας Συνεδριάσεως, τα οποία συνετάχθησαν επί ποδύς δια να υπογραφούν από τους σπεύδοντας ν’ αναχωρήσουν απεσταλμένους των επαρχιών και Προκρίτους του Στρατιωτικού.»

 

Λίγες μέρες αργότερα στο φύλλο αριθ. 6 των Ελληνικών Χρονικών, 21 Ιανουαρίου 1825, περιγράφονται οι καταστροφές που προκάλεσε ο σεισμός: «Με λύπην μας μεγάλην μανθάνομεν από ανθρώπους ελθόντας σήμερον εκ Καλάμου, ότι ο σεισμός ος τις προ τινών ημερών ηκολούθητε, και τον οποίον και ημείς ησθάνθημεν εδώ, έφεραν επακόλουθα τρομερά εις το νησίον της αγίας Μαύρας [Λευκάδας]. Καθώς μας βεβαιόνουν ούτοι, ικανόν μέρος των οικιών της πόλεως εκρημνίσθη, και κανέν σχεδόν κατά το μάλλον και ήττον δεν έμεινεν αρράγιστον. Η ζημία την οποίαν υπέφερον οι κάτοικοι, αν πρέπη να πιστεύσωμεν εις τα λεγόμενα των ειρημένων είναι υπερβολική· αλλ’ η μεγαλητέρα και πλέον σημαντική είναι η δυστυχία της φονεύσεως και πληγώσεως αρκετού μέρους ανθρώπων, οι οποίοι ευρεθέντες εντός των κρημνισμένων οικοδομημάτων δεν ημπόρεσαν να εκφύγουν τον κίνδυνον. Ο αριθμός των φονευθέντων αναβαίνει μέχρι των τριάντα επτά, των δε πληγωμένων περίπου εκατόν, και εξ αυτών πολλοί είναι εις κίνδυνον θανάτου. Ο Διοικητής της Νήσου Κύριος Τέμπλης βλέπων τους ανθρώπους εις τοιαύτην αθλίαν κατάστασιν και χωρίς κατοικιών, ηναγκάσθη να κάμη σκηνάς προσωρινάς.»

Ο συντάκτης ολοκληρώνει την αναφορά του με την ευχή: «Το συμβάν τούτο μας φαίνεται υπερβολικόν, και ευχόμεθα με άλλας δευτέρας ειδήσεις να το ακούσωμεν μετριώτερον, και ολιγώτερον θλιβερόν.»

Ο καταστρεπτικός αυτός σεισμός που έπληξε το νησί της Λευκάδας έγινε η αφορμή για να καθιερωθεί για πρώτη φορά υποχρεωτικός κανονισμός αντισεισμικής δόνησης. Με το διάταγμα της 2ας Ιουνίου 1827, σχετικό με την κατασκευή των οικοδομών στις πόλεις των Επτανήσων, θεσπίστηκαν νέοι όροι δόμησης.

You may also like

Comments are closed.