Μια αυτόματη και φαινομενικά αθώα κίνηση κατά τη διάρκεια των αγορών στο σούπερ μάρκετ μπορεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες εστίες συσσώρευσης και μεταφοράς μικροβίων.
Πρόκειται για το πλαστικό διαχωριστικό του ταμείου, το οποίο τοποθετούν οι καταναλωτές στον κινούμενο ιμάντα προκειμένου να ξεχωρίσουν τα προϊόντα τους από εκείνα του επόμενου πελάτη.
Όπως επισημαίνουν εργαζόμενοι στον κλάδο του λιανεμπορίου και ειδικοί δημόσιας υγείας, το συγκεκριμένο αντικείμενο περνά καθημερινά από εκατοντάδες διαφορετικά χέρια —από παιδιά μέχρι ενήλικες που προηγουμένως έχουν χρησιμοποιήσει κινητά τηλέφωνα, καρότσια ή ανεπεξέργαστες συσκευασίες.
Το πλέον προβληματικό στοιχείο έγκειται στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με τα καρότσια, τα καλάθια ή τους κοινόχρηστους χώρους υγιεινής, τα πλαστικά διαχωριστικά συχνά δεν εντάσσονται στα τακτικά προγράμματα απολύμανσης των καταστημάτων.
Από μικροβιολογικής πλευράς, η συνεχής επαφή αφήνει υπολείμματα ιδρώτα, λιπαρότητας, τροφών και καλλυντικών, δημιουργώντας με την πάροδο του χρόνου ένα λεπτό βιοφίλμ, ιδανικό υπόστρωμα για τον πολλαπλασιασμό παθογόνων μικροοργανισμών.
Ο κίνδυνος εντείνεται από την επακόλουθη «αλυσίδα επαφών», καθώς ο καταναλωτής αγγίζει το διαχωριστικό και στη συνέχεια πιάνει ευαίσθητα τρόφιμα, πληκτρολογεί το PIN στο POS ή ακουμπά το πρόσωπο και τα μάτια του.
Πέρα από τα διαχωριστικά, σταθερά επιβαρυμένα σημεία παραμένουν οι λαβές των καροτσιών, τα πληκτρολόγια πληρωμής, οι οθόνες αυτόματης εξυπηρέτησης και τα χερούλια των ψυγείων.
Για τον περιορισμό της έκθεσης σε μικρόβια, οι ειδικοί συστήνουν τη χρήση αντισηπτικού αμέσως μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, την αποφυγή τοποθέτησης μη συσκευασμένων φρούτων και λαχανικών απευθείας στον ιμάντα και το σχολαστικό πλύσιμο των χεριών κατά την επιστροφή στο σπίτι.
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης


