«Περίπου 1.500 φούρνοι έχουν βάλει λουκέτο σε όλη την επικράτεια από το 2022, οπότε ξέσπασε σε όλο της το μεγαλείο η ενεργειακή κρίση» ανέφερε η είδηση που δημοσιοποιήθηκε προ ημερών με βάση τα επίσημα στοιχεία της Συντεχνίας Αρτοποιών Αθηνών, Προαστίων και Περιχώρων. Όμως και στην Πάτρα η κατάσταση δεν είναι καλύτερη, αντιθέτως δυστυχώς χειροτερεύει και γίνεται ολοένα και πιο απειλητική τώρα με τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις και τον πόλεμο.
Σύμφωνα με τον Γραμματέα της Συντεχνίας Αρτοποιών Πάτρας Κωνσταντίνο Τηλιγάδη, πάνω από πέντε αρτοποιεία της γειτονιάς έχουν ήδη κλείσει το τελευταίο διάστημα. Το επίσης σημαντικό στοιχείο είναι ότι στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν δεκάδες αρτοποιοί κοντά στη σύνταξη, αλλά δεν υπάρχει διάδοχη κατάσταση για όταν εγκαταλείψουν το επάγγελμα. Κι έτσι, και σε αυτούς τους φούρνους θα μπει οριστικό λουκέτο.
Διότι παιδιά ακόμα και ανίψια αρτοποιών «άλλαξαν εργασιακή στέγη επειδή όχι απλά δεν μπορείς να ζήσεις με έναν μικρό παραδοσιακό φούρνο, αλλά είναι αδύνατο να καλύψεις ακόμη και τα έξοδά σου», σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Τηλιγάδης. Είναι «φως φανάρι» εν ολίγοις, ότι οι παραδοσιακοί φούρνοι της γειτονιάς βρίσκονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η οποία πλέον γίνεται πιο έντονη.
ΤΟ ΨΩΜΙ ΕΙΝΑΙ «ΚΡΑΧΤΗΣ»
Σύμφωνα με τον γνωστό πατρινό αρτοποιό, το βασικό προϊόν του κλάδου, το ψωμί, έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί πηγή κέρδους. «Το ψωμί είναι ο κράχτης του φούρνου», εξηγεί επισημαίνοντας ότι η τιμή πώλησής του δεν επαρκεί για να καλύψει ούτε τα μισά λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης.
Με την τιμή της φραντζόλας να παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, ο αρτοποιός καλείται να καλύψει από αυτό το ελάχιστο έσοδο τις δαπάνες για το ρεύμα, τα εργατικά, τις ασφαλιστικές εισφορές και την πρώτη ύλη. «Σε ένα κιλό ψωμί, τα καθαρά έξοδα είναι δυσανάλογα. Αν ένας πελάτης πάρει μόνο ψωμί, ο φούρνος μπαίνει μέσα», σημειώνει, προσθέτοντας ότι οι επιχειρήσεις επιβιώνουν πλέον μόνο από τα υπόλοιπα αρτοσκευάσματα και τα προϊόντα ζαχαροπλαστικής.
ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΦΟΡΟΙ
Η κατάσταση επιδεινώνεται από την υπερφορολόγηση και το αυξημένο κόστος παραγωγής. Ο κ. Τηλιγάδης αναφέρει ότι οι μικροί αρτοποιοί βρίσκονται αντιμέτωποι με πέντε διαφορετικά είδη φόρων (φόρος εισοδήματος, ΦΠΑ, τέλος επιτηδεύματος, ΕΝΦΙΑ, τεκμήρια), τα οποία κυριολεκτικά στραγγαλίζουν τη ρευστότητά τους.
Παράλληλα αναδεικνύει την τεράστια ανισότητα στον ανταγωνισμό με τις μεγάλες αλυσίδες και τα σούπερ μάρκετ. Ενώ ένας μικρός φούρνος αγοράζει λίγα τσουβάλια αλεύρι την εβδομάδα σε υψηλή τιμή, οι μεγάλες αλυσίδες διαπραγματεύονται χιλιάδες τόνους επιτυγχάνοντας πολύ χαμηλότερο κόστος. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα τιμολόγια ενέργειας.
Καταγγέλλει επίσης ότι αν και είναι ηλίου φαεινότερο ποια θα ήταν τα ιδανικά μέτρα για να εξασφαλιστεί η επιβίωση των μικρών αρτοποιείων, εντούτοις δεν εφαρμόζονται με προφανή σκοπό τη μετατόπιση της πώλησης άρτου στις μεγάλες αλυσίδες και τη βιομηχανία.
Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν οι καταγγελίες του κ. Τηλιγάδη για την ποιότητα του ψωμιού που πωλείται σε κάποια μεγάλα καταστήματα, το οποίο όπως λέει διατηρείται φρέσκο για αφύσικα μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ο πατρινός συνδικαλιστής προειδοποιεί τους καταναλωτές για πιθανή χρήση χημικών συντηρητικών τα οποία αποκαλεί χωρίς περιστροφές «νόμιμα δηλητήρια». Όπως εξηγεί, το βιομηχανικό ψωμί περιέχει ουσίες όπως το προπιονικό οξύ και τα άλατά του, καθώς και μεγάλες ποσότητες συντηρητικών που επιτρέπουν στο προϊόν να αντέχει εκτός ψυγείου από 20 ημέρες έως και έξι μήνες. «Αυτά τα συντηρητικά είναι καρκινογόνα σε βάθος χρόνου», υποστηρίζει, τονίζοντας την αδιαμφισβήτητη υπεροχή του παραδοσιακού ψωμιού.
Το θέμα δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας «Πολιτεία»



