ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Θέλαμε να γνωρίσουμε τον πατέρα μας, πιστεύαμε πως θα μας έφερνε γαλήνη»

swm sailor children 1200x630 1

Ντορίνα Ράφαελ το 1980 ήταν μόλις 19 χρόνων. Είχε φύγει από το χωριό της και είχε μετακομίσει στο Νταρ Ες Σαλάμ της Τανζανίας. Εκεί, γνώρισε έναν Ελληνα ναυτικό, μέλος πληρώματος δεξαμενόπλοιου που είχε δέσει στο λιμάνι. Οι δυο τους έζησαν έναν έρωτα λίγων ημερών. Ο ναυτικός μπάρκαρε ξανά, για ένα ακόμα ταξίδι και ένα επόμενο λιμάνι. «Τον έλεγαν Παναγιώτη, ήταν 20-21 ετών και μιλούσε συνέχεια για τον Πειραιά. Α, και αγαπούσε το κίτρινο χρώμα». Τα λόγια αυτά ανήκουν στην κόρη του, την Κουίνι, που σήμερα είναι 43 ετών. Αυτές είναι οι μοναδικές πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει τα τελευταία χρόνια, από τη στιγμή που έμαθε την αλήθεια για τον πατέρα της. «Η μητέρα μου, όταν ανακάλυψε πως είναι έγκυος σε εμένα, εγκατέλειψε την πόλη και έφυγε πίσω για το χωριό της» λέει στην «Κ».

«Θέλαμε να γνωρίσουμε τον πατέρα μας, πιστεύαμε πως θα μας έφερνε γαλήνη»-1
Η μητέρα της Κουίνι γνώρισε τον πατέρα της, έναν Ελληνα ναυτικό, όταν το δεξαμενόπλοιο στο οποίο δούλευε έδεσε για λίγες ημέρες στο λιμάνι του Νταρ Ες Σαλάμ της Τανζανίας.

Ενα χρόνο αργότερα, το 1981, ο Παναγιώτης επέστρεψε στο Νταρ Ες Σαλάμ και έψαξε να βρει την Ντορίνα. Ενημερώθηκε τότε από τους φίλους της πως η νεαρή γυναίκα έχει αποκτήσει ένα κοριτσάκι και πως δεν έμενε πλέον στην πόλη. «Προσπάθησε να την εντοπίσει αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Αφησε τη διεύθυνση και τη φωτογραφία του ώστε να επικοινωνήσουμε μαζί του. Η μητέρα μου όμως παντρεύτηκε ξανά και εγώ μεγάλωσα πιστεύοντας πως ο άντρας της είναι ο βιολογικός μου πατέρας. Την αλήθεια την έμαθα μόλις πριν από λίγα χρόνια. Εκτοτε αναζητώ τον Παναγιώτη, αλλά στα χέρια μου δεν έχω τίποτα. Δεν γνωρίζω το επίθετό του ή το όνομα του πετρελαιοφόρου. Τα στοιχεία επικοινωνίας που άφησε τότε δεν ήρθαν ποτέ στα χέρια μου, τα εξαφάνισε κάποιο μέλος της οικογένειάς μου. Θα συνεχίσω όμως να τον ψάχνω με όποιον τρόπο μπορώ».

Οι εφήμεροι έρωτες των ναυτικών με νεαρές γυναίκες που ζούσαν ή εργάζονταν σε μακρινά λιμάνια της εποχής δεν είναι προϊόν κινηματογραφικής φαντασίας, αλλά μια πραγματικότητα που φέρει τα ονόματα και τις μορφές των παιδιών τους.

Η ιστορία της Κουίνι, που πλέον ζει στη Σουηδία και εργάζεται ως κοινωνική λειτουργός, είναι κάτι παραπάνω από κοινή. Οι εφήμεροι έρωτες των ναυτικών με νεαρές γυναίκες που ζούσαν ή εργάζονταν σε μακρινά λιμάνια της εποχής δεν είναι προϊόν κινηματογραφικής φαντασίας, αλλά μια πραγματικότητα που φέρει τα ονόματα και τις μορφές των παιδιών τους. Οσα από αυτά τα παιδιά θέλησαν να βρουν τα ίχνη του πατέρα τους χρησιμοποίησαν τις λιγοστές πληροφορίες που είχαν στη διάθεσή τους. Ενα όνομα που προφέρουν με δυσκολία, μια διεύθυνση, κάποια φωτογραφία. Καθόλου συχνά αυτά τα τρία στοιχεία συνυπάρχουν και σπάνια η αναζήτηση καταλήγει σε ευτυχισμένο τέλος.

Μια επανένωση που όμως κράτησε ελάχιστα

Ο Ντανιέλ και ο δίδυμος αδελφός του, ο Ντομινίκ, γεννήθηκαν στο Σεντ Λούις του Μιζούρι τον Νοέμβριο του 1977. Δεν έχουν παιδικές μνήμες από τη βιολογική τους μητέρα, καθώς δόθηκαν για υιοθεσία στην ηλικία των δύο ετών. «Oταν γεννηθήκαμε ήταν 23 ετών, εθισμένη στο αλκοόλ και στα ναρκωτικά. Θεωρήθηκε ακατάλληλη από το κράτος για να μας αναθρέψει. Για καλή μας τύχη, μας υιοθέτησαν και μας μεγάλωσαν δυο καταπληκτικοί άνθρωποι. Γίναμε μέλη μιας εννεαμελούς οικογένειας χριστιανών. Hμασταν φτωχοί, αλλά πολύ αγαπημένοι μεταξύ μας». Στην εφηβεία τους τα δύο αδέλφια άρχισαν να αναρωτιούνται για τους βιολογικούς τους γονείς. Οσο όμως και να συζητούσαν μεταξύ τους, δεν μπορούσαν να δώσουν απαντήσεις στα ερωτήματα που τους βασάνιζαν: «Πώς να μοιάζουν άραγε; Μας θυμούνται; Αν τους βρούμε, θα μας αγαπήσουν και θα μας αποδεχθούν;». Ξεκίνησαν δειλά δειλά την αναζήτησή τους, το διαδίκτυο όμως τότε δεν μπορούσε να τους βοηθήσει πραγματικά, καθώς οι πληροφορίες που έβρισκαν ήταν πολύ περιορισμένες, οπότε και σταμάτησαν. Ο Νταν άρχισε την ουσιαστική αναζήτηση το 2000.

«Θέλαμε να γνωρίσουμε τον πατέρα μας, πιστεύαμε πως θα μας έφερνε γαλήνη»-2
Ο Ντανιέλ και ο δίδυμος αδελφός του, ο Ντομινίκ.

«Eκανα λογαριασμό σε πολλές ιστοσελίδες που ειδικεύονται στην επανένωση παιδιών με τους βιολογικούς τους γονείς. Το 2007, έλαβα ένα τηλεφώνημα ότι είχαν βρει τη μητέρα μας στο Χιούστον του Τέξας! Την κάλεσα αμέσως, και με το που άκουσε τη φωνή μου, άρχισε να κλαίει από τη χαρά της… Oπως έμαθα εκ των υστέρων, είχε πολλές τύψεις απέναντί μας. Το ίδιο κιόλας Σαββατοκύριακο πήρε το αεροπλάνο και ήρθε να μας βρει». Σε αυτήν την πρώτη συνάντηση τα δύο αδέλφια έμαθαν ότι ο πατέρας τους ήταν ένας Eλληνας ναυτικός με το όνομα Αργύρης και πως «η καταγωγή του ήταν από ένα νησί που λέγεται Λέσβος. Είχαν δέσει με το καράβι του στο λιμάνι του Γκάλβεστον στο Τέξας και εκεί γνώρισε τη μητέρα μου. Hταν μια ολιγοήμερη σχέση μόλις 20 ημερών». Ο Αργύρης τότε ήταν 19 χρόνων και αυτό ήταν το πρώτο του ταξίδι, όχι μόνο ως ναυτικού, αλλά ήταν και η πρώτη φορά που είχε φύγει από τη Μυτιλήνη. Τα δύο αδέλφια πλέον ήξεραν πού να ψάξουν. Aρχισαν να στέλνουν e-mails στην Ελλάδα σε όποιον πίστευαν πως θα μπορούσε να τους βοηθήσει. «Hμασταν πλέον 30 ετών, νιώθαμε πως σχεδόν η μισή ζωή μας έχει φύγει. Θέλαμε να γνωρίσουμε τον πατέρα μας, πιστεύαμε πως αυτό θα έφερνε γαλήνη στην ψυχή μας».

Πίσω στην Ελλάδα ο Αργύρης δεν είχε την παραμικρή ιδέα για την ύπαρξη των δύο αγοριών. Oπως αποδείχτηκε αργότερα, η μητέρα τους είχε τη διεύθυνσή του και του είχε στείλει ένα γράμμα προκειμένου να ενημερώσει για την εγκυμοσύνη και τη γέννησή τους. Κάποιο μέλος της οικογένειας όμως είχε καταστρέψει την επιστολή. Oπως αφηγείται ο Νταν στην «Κ», ο πατέρας τους, με το που έμαθε πως είχε δύο γιους, αμέσως συμφώνησε να τους συναντήσει. Η επανένωση πραγματοποιήθηκε στον αέρα μιας τηλεοπτικής εκπομπής. «Hμασταν όλοι τόσο χαρούμενοι. Oταν τον αντίκρισα, δεν μπορούσα να πιστέψω το πόσο πολύ μοιάζαμε μεταξύ μας. Με το που έκλεισαν οι κάμερες, δεν σταματούσε να μας αγκαλιάζει και να μας φιλάει. Μιλούσε αγγλικά και η επικοινωνία μεταξύ μας ήταν πολύ εύκολη. Φύγαμε από την Αθήνα και πήγαμε όλοι μαζί στη Λέσβο, για να γνωρίσουμε και την υπόλοιπη οικογένεια, τη θεία, τον παππού μας και τα ξαδέλφια μας. Δεν μπορούσα να το πιστέψω, ήταν ένα όνειρο».

«Θέλαμε να γνωρίσουμε τον πατέρα μας, πιστεύαμε πως θα μας έφερνε γαλήνη»-3
Ο Ντανιέλ και ο Ντομινίκ με τον πατέρα τους.

Ο Νταν αγάπησε τόσο πολύ την οικογένειά του και την Ελλάδα, που πλέον στο χέρι του έχει τατουάζ την αμερικανική και την ελληνική σημαία ενωμένες. Η ευτυχία της επανένωσης όμως δεν κράτησε για πολύ. «Επιστρέψαμε στην Αμερική και κρατήσαμε τακτική επικοινωνία με τον πατέρα μας, μέσω Skype και Facebook Messenger. Ηρθαμε στην Ελλάδα για διακοπές άλλες δύο φορές. Δυστυχώς όμως δεν προλάβαμε να περάσουμε περισσότερο χρόνο μαζί του. Πέθανε αιφνιδίως τον Αύγουστο του 2022. Μου λείπει πολύ και λυπάμαι που δεν μπόρεσα να τον γνωρίσω περισσότερο».

Ο ναυτικός που αναζητά τον γιο του

Μπορεί συνήθως τα παιδιά να είναι αυτά που αναζητούν τις ρίζες και τη γνωριμία με τον πατέρα τους, ο Γιώργος Ανδρέου όμως βρίσκεται στην άλλη πλευρά της ιστορίας, καθώς τα τελευταία χρόνια ψάχνει να βρει τον γιο του, τον Τζόζεφ. Ο Γιώργος, αν και όπως διηγείται στην «Κ» δεν αγαπούσε τη θάλασσα, έγινε ναυτικός το 1970, σε ηλικία 18 χρόνων. Σε ένα από τα πρώτα του ταξίδια βρέθηκε στο Ντουλούθ της Μινεσότα. Εκεί γνώρισε τη Λίντα, μια ξανθιά κοπέλα 24-25 ετών. «Ωραία κοπέλα, με εντυπωσίασε. Eκανε βόλτα στο λιμάνι με τις φίλες της, μας χαζεύανε. Πιάσαμε την κουβέντα. Αυτή ήταν από αγροτική οικογένεια, δούλευε σε χωράφια. Hρθε να με δει και την επόμενη ημέρα και τη μεθεπόμενη. Κάποια στιγμή, την 4η ή την 5η μέρα πήγαμε βόλτα με το αυτοκίνητό της. Τότε πρέπει να έμεινε έγκυος. Θυμάμαι πως όταν ήρθε η ώρα να με αποχαιρετήσει, μου ζήτησε να φύγω από το καράβι και να μείνω εκεί μαζί της. Δεν υπήρχε για εμένα τέτοια περίπτωση, της έδωσα όμως τη διεύθυνσή μου για να κρατήσουμε επικοινωνία».

Δεν έχω αποκτήσει άλλα παιδιά, αυτός είναι ο μοναδικός μου γιος και θα ήθελα να τον γνωρίσω. Θα του εξηγήσω πως τότε ήταν άλλες εποχές και πιστεύω θα καταλάβει.

Λίγους μήνες αργότερα ο Γιώργος ενημερώθηκε για τη γέννηση του γιου του, καθώς η Λίντα του έστειλε γράμμα με τη φωτογραφία και το όνομα του μωρού, Τζόζεφ. «Ηταν άλλα χρόνια τότε, παλεύαμε για την επιβίωσή μας. Υστερα από εκείνο το ταξίδι, εγώ σταμάτησα και να μπαρκάρω. Εγκαταστάθηκα πίσω στην Ελλάδα και χαθήκαμε. Τον Τζόζεφ όμως τον είχα πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Aρχισα να τον αναζητώ πιο έντονα την τελευταία δεκαετία. Αναρωτιέμαι τι έχει απογίνει. Ζει άραγε; Δεν ξέρω. Η διεύθυνση που έχω από τη Λίντα δεν ισχύει. Δεν έχω αποκτήσει άλλα παιδιά, αυτός είναι ο μοναδικός μου γιος και θα ήθελα να τον γνωρίσω. Θα του εξηγήσω πως τότε ήταν άλλες εποχές και πιστεύω θα καταλάβει».

«Μέσα από τεστ DNA βρήκα τα ξαδέλφια μου στην Κάλυμνο»

«Θέλαμε να γνωρίσουμε τον πατέρα μας, πιστεύαμε πως θα μας έφερνε γαλήνη»-4
Η Ελέτα σε νηπιακή ηλικία με τη μητέρα της. 

Στην περίπτωση της Ελέτα η επανένωση με τον πατέρα της είχε μια μάλλον γλυκόπικρη γεύση. Η ιστορία της θυμίζει δεκάδες παρόμοιες, καθώς η μητέρα της, στα 34 της, ήταν μάνατζερ σ’ ένα εστιατόριο στην πόλη Τζάκσονβιλ της Φλόριντα. Καθώς το μαγαζί βρισκόταν κοντά στο λιμάνι, φιλοξενούσε συχνά πληρώματα ναυτικών και σύντομα έγινε το περιστασιακό στέκι του Σταύρου και της παρέας του. «Hταν 35 ετών, περίπου 1,70 σε ύψος, είχε καστανά μαλλιά και το νησί καταγωγής του ήταν κοντά στην Τουρκία». Αυτές ήταν οι πληροφορίες που είχε συγκρατήσει η μητέρα της Ελέτα που έβγαινε μαζί του για ορισμένες εβδομάδες. «Χώρισε μαζί του γιατί την ενόχλησε η συμπεριφορά του. Συνέβη ένα περιστατικό που δεν τη σύστησε σε κάποιους συναδέλφους του, έδειξε να την αγνοεί. Η μητέρα μου ήθελε από τον Σταύρο να την αντιμετωπίζει με σεβασμό, οπότε και έληξε τη σχέση τους. Αυτός άλλωστε επέστρεψε στην Ελλάδα».

Ελπίζω να μπορέσω να επισκεφτώ το νησί και να τους συναντήσω σύντομα. Με υποδέχθηκαν τόσο όμορφα, που θα ήταν ένα δώρο για μένα να τους αγκαλιάσω από κοντά.

Η Ελέτα μεγάλωσε σε μια μονογονεϊκή οικογένεια, όπου δεν έλειψαν οι δυσκολίες, ούτε όμως και η αγάπη. «Είμαι ευγνώμων για όσα έκανε η μητέρα μου για μένα. Oταν έγινα 34 ετών και ήμουν πλέον και η ίδια μητέρα, αποφάσισα να ψάξω να βρω περισσότερα για τον πατέρα μου. Ξεκίνησα την αναζήτηση το 2016 κάνοντας τεστ DNA και έτσι βρήκα πως έχω ξαδέλφια στην Κάλυμνο. Αυτοί με βοήθησαν με όσες πληροφορίες είχαν για την οικογένειά μας και έτσι δύο χρόνια αργότερα βρήκα τον πατέρα μου. Στην αρχή με υποδέχτηκε πολύ θερμά, πλέον όμως έχει παγώσει την επικοινωνία μας. Στενοχωριέμαι για αυτό. Κρατάω ωστόσο επαφή με τους θείους και τα ξαδέλφια μου. Ελπίζω να μπορέσω να επισκεφτώ το νησί και να τους συναντήσω σύντομα. Με υποδέχθηκαν τόσο όμορφα, που θα ήταν ένα δώρο για εμένα να τους αγκαλιάσω από κοντά».

 

You may also like

Comments are closed.